Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dayak 🔉  

ξυλοδαρμός (ο) 🔉  
ξύλο (το) 🔉  
ραβδισμός (ο) 🔉  
dayak arsızı 🔉  

ξυλοφάγος (ο) 🔉  
αναίσθητος στον ξυλοδαρμό (ο) 🔉  
dayak düşkünü 🔉  

φιλοξυλοδαρμένος 🔉  
μανιώδης για ξύλο 🔉  
dayak kaçkını 🔉  

φυγόπονος 🔉  
που αποφεύγει το ξύλο 🔉  
dayaklama 🔉  

ξυλοκόπημα (το) 🔉  
ξυλοδαρμός (ο) 🔉  
dayaklamak 🔉  

ξυλοκοπώ 🔉  
δέρνω 🔉  
dayaklanma 🔉  

ξυλοδαρμός (ο) 🔉  
ξυλοκόπημα (το) 🔉  
dayaklanmak 🔉  

ξυλοκοπούμαι 🔉  
δέρνομαι 🔉  
dayaklı 🔉  

με ξυλοδαρμό 🔉  
δαρμένος 🔉  
dayaklık 🔉  

ραβδί (το) 🔉  
ξύλο για χτύπημα (το) 🔉  
dayaklık 🔉  

θύμα για ξύλο (το) 🔉  
που είναι για ξυλοδαρμό 🔉  
dayaksız 🔉  

χωρίς ξυλοδαρμό 🔉  
αδάραστος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱