Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
dek
🔉
έως
🔉
μέχρι
🔉
ίσα με
🔉
dekadan
🔉
παρακμιακός
🔉
ντεκαντάν
🔉
dekadanlık
🔉
παρακμή (η)
🔉
ντεκαντάνς (η)
🔉
dekadans
🔉
παρακμή (η)
🔉
ντεκαντάνς (η)
🔉
dekagram
🔉
δεκαγράμμο (το)
🔉
dekalitre
🔉
δεκαλίτρο (το)
🔉
dekalitrelik
🔉
δεκαλίτρου
🔉
χωρητικότητας δέκα λίτρων
🔉
dekametre
🔉
δεκάμετρο (το)
🔉
dekametrelik
🔉
δεκαμέτρου
🔉
μήκους δέκα μέτρων
🔉
dekan
🔉
κοσμήτορας (ο)
🔉
dekan yardımcılığı
🔉
αντι-κοσμητεία (η)
🔉
θέση αναπληρωτή κοσμήτορα (η)
🔉
dekan yardımcısı
🔉
αναπληρωτής κοσμήτορας (ο)
🔉
dekanlık
🔉
κοσμητεία (η)
🔉
dekar
🔉
δεκάριο (το)
🔉
Dekartçı
🔉
καρτεσιανός
🔉
Dekartçılık
🔉
καρτεσιανισμός (ο)
🔉
dekaster
🔉
δεκάστερο (το)
🔉
dekatlon
🔉
δέκαθλο (το)
🔉
dekatloncu
🔉
δεκαθλητής (ο)
🔉
deklanşör
🔉
κλείστρο (το)
🔉
deklarasyon
🔉
διακήρυξη (η)
🔉
δήλωση (η)
🔉
deklare
🔉
δηλωμένος
🔉
διακηρυγμένος
🔉
dekoder
🔉
αποκωδικοποιητής (ο)
🔉
dekolte
🔉
ντεκολτέ (το)
🔉
βαθύ ντεκολτέ (το)
🔉
dekoltelik
🔉
ντεκολτέ ύφασμα (το)
🔉
ύφασμα για ντεκολτέ (το)
🔉
dekont
🔉
αποδεικτικό κατάθεσης (το)
🔉
αποδεικτικό πληρωμής (το)
🔉
dekor
🔉
σκηνικό (το)
🔉
διακόσμηση (η)
🔉
dekorasyon
🔉
διακόσμηση (η)
🔉
διαρρύθμιση (η)
🔉
dekoratif
🔉
διακοσμητικός
🔉
dekoratör
🔉
διακοσμητής (ο)
🔉
dekoratörlük
🔉
διακοσμητική (η)
🔉
επάγγελμα διακοσμητή (το)
🔉
dekorcu
🔉
σκηνογράφος (ο)
🔉
διακοσμητής (ο)
🔉
dekorculuk
🔉
σκηνογραφία (η)
🔉
διακοσμητική (η)
🔉
dekore
🔉
διακοσμημένος
🔉
dekovil
🔉
ντεκοβίλ (ο)
🔉
dekreşendo
🔉
ντεκρεσέντο (το)
🔉
dekstrin
🔉
δεξτρίνη (η)
🔉
dekstroz
🔉
δεξτρόζη (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱