Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
deli
🔉
τρελός
🔉
παράφρων
🔉
deli alacası
🔉
άγρια ιλαρά (η)
🔉
deli bal
🔉
μεθυστικό μέλι (το)
🔉
deli balta
🔉
τρελοκούκουτσο (το)
🔉
deli baltalık
🔉
τρελοκουκουτσιά (η)
🔉
deli bozuk
🔉
τρελονόμισμα (το)
🔉
deli bozukluk
🔉
τρελονομισματισμός (ο)
🔉
deli dana hastalığı
🔉
σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (η)
🔉
deli divane
🔉
αλλόφρων
🔉
παλαβός
🔉
deli dolu
🔉
παρορμητικός
🔉
απερίσκεπτος
🔉
deli doluluk
🔉
παρορμητικότητα (η)
🔉
απερισκεψία (η)
🔉
deli fişek
🔉
θερμοκέφαλος (ο)
🔉
παρορμητικός
🔉
deli fişeklik
🔉
θερμοκεφαλιά (η)
🔉
παρορμητικότητα (η)
🔉
deli gömleği
🔉
ζουρλομανδύας (ο)
🔉
deli güllabicisi
🔉
τρελο-γυλλαμπιτζής (ο)
🔉
deli ırmak
🔉
ορμητικός ποταμός (ο)
🔉
deli orman
🔉
άγριο δάσος (το)
🔉
deli otu
🔉
στρύχνος (ο)
🔉
deli saçması
🔉
παραλήρημα (το)
🔉
ανοησία (η)
🔉
delibaş
🔉
τρελοκέφαλος (ο)
🔉
deliboynuz
🔉
στρύχνος (ο)
🔉
delice
🔉
τρελά
🔉
παράφορα
🔉
Delice
🔉
Ντελίτζε (το)
🔉
delice bakla
🔉
αγριοβίκος (ο)
🔉
delice doğan
🔉
γεράκι (το)
🔉
delicesine
🔉
παραφροσύνη (η)
🔉
μανιωδώς
🔉
delici
🔉
διαπεραστικός
🔉
τρυπητικός
🔉
delici kılıç
🔉
διατρητικό ξίφος (το)
🔉
delicilik
🔉
διαπεραστικότητα (η)
🔉
τρυπητικότητα (η)
🔉
delik
🔉
τρύπα (η)
🔉
οπή (η)
🔉
delik deşik
🔉
τρυπημένος
🔉
διάτρητος
🔉
delikanlı
🔉
νεαρός (ο)
🔉
παλικάρι (το)
🔉
delikanlıca
🔉
παλικαρίσια
🔉
αντρίκια
🔉
delikanlılaşma
🔉
ανδρίκευση (η)
🔉
ωρίμανση (η)
🔉
delikanlılaşmak
🔉
ανδρικεύομαι
🔉
ωριμάζω
🔉
delikanlılık
🔉
νεότητα (η)
🔉
παλικαριά (η)
🔉
delikleşme
🔉
δημιουργία οπών (η)
🔉
τρύπημα (το)
🔉
delikleşmek
🔉
γεμίζω τρύπες
🔉
τρυπιέμαι
🔉
delikli
🔉
τρυπητός
🔉
διάτρητος
🔉
delikli demir
🔉
διάτρητο σίδερο (το)
🔉
delikliler
🔉
οι διάτρητοι (οι)
🔉
deliksiz
🔉
άτρυπος
🔉
χωρίς τρύπες
🔉
deliksiz uyku
🔉
αδιάκοπος ύπνος (ο)
🔉
βαθύς ύπνος (ο)
🔉
delil
🔉
απόδειξη (η)
🔉
τεκμήριο (το)
🔉
delilendirme
🔉
τεκμηρίωση (η)
🔉
delilendirmek
🔉
τεκμηριώνω
🔉
delilenme
🔉
τρέλα (η)
🔉
παραφροσύνη (η)
🔉
delilenmek
🔉
τρελαίνομαι
🔉
παραφρονώ
🔉
delilik
🔉
τρέλα (η)
🔉
παραφροσύνη (η)
🔉
delilli
🔉
τεκμηριωμένος
🔉
αποδεδειγμένος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱