Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
delik
🔉
τρύπα (η)
🔉
οπή (η)
🔉
delik deşik
🔉
τρυπημένος
🔉
διάτρητος
🔉
delikanlı
🔉
νεαρός (ο)
🔉
παλικάρι (το)
🔉
delikanlıca
🔉
παλικαρίσια
🔉
αντρίκια
🔉
delikanlılaşma
🔉
ανδρίκευση (η)
🔉
ωρίμανση (η)
🔉
delikanlılaşmak
🔉
ανδρικεύομαι
🔉
ωριμάζω
🔉
delikanlılık
🔉
νεότητα (η)
🔉
παλικαριά (η)
🔉
delikleşme
🔉
δημιουργία οπών (η)
🔉
τρύπημα (το)
🔉
delikleşmek
🔉
γεμίζω τρύπες
🔉
τρυπιέμαι
🔉
delikli
🔉
τρυπητός
🔉
διάτρητος
🔉
delikli demir
🔉
διάτρητο σίδερο (το)
🔉
delikliler
🔉
οι διάτρητοι (οι)
🔉
deliksiz
🔉
άτρυπος
🔉
χωρίς τρύπες
🔉
deliksiz uyku
🔉
αδιάκοπος ύπνος (ο)
🔉
βαθύς ύπνος (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱