Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
demet
🔉
δεμάτι (το)
🔉
μπουκέτο (το)
🔉
demetçi
🔉
ανθοπώλης (ο)
🔉
δεματοποιός (ο)
🔉
demetçik
🔉
δεματάκι (το)
🔉
μικρό μπουκέτο (το)
🔉
demetçilik
🔉
ανθοπωλία (η)
🔉
δεματοποίηση (η)
🔉
demetleme
🔉
δεματοποίηση (η)
🔉
δεματοδέσιμο (το)
🔉
demetlemek
🔉
δένω σε δεμάτι
🔉
δεματοποιώ
🔉
demetleniş
🔉
δεματοποίηση (η)
🔉
δεματοδέσιμο (το)
🔉
demetlenme
🔉
δεματοποίηση (η)
🔉
demetlenmek
🔉
δένομαι σε δεμάτι
🔉
δεματοποιούμαι
🔉
demetletiş
🔉
δεματοποίηση (η)
🔉
demetletme
🔉
δεματοποίηση (η)
🔉
demetletmek
🔉
βάζω να δεματοποιήσουν
🔉
κάνω να δεθεί σε δεμάτι
🔉
demetleyiş
🔉
δεματοποίηση (η)
🔉
δεματοδέσιμο (το)
🔉
demetli
🔉
δεματωμένος
🔉
σε δεμάτι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱