Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
derece
🔉
βαθμός (ο)
🔉
μοίρα (η)
🔉
κλίμακα (η)
🔉
derece derece
🔉
βαθμιαία
🔉
κατά βαθμούς
🔉
dereceleme
🔉
βαθμολόγηση (η)
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelemek
🔉
βαθμολογώ
🔉
διαβαθμίζω
🔉
derecelendirebilme
🔉
δυνατότητα βαθμολόγησης (η)
🔉
δυνατότητα διαβάθμισης (η)
🔉
derecelendirebilmek
🔉
μπορώ να βαθμολογήσω
🔉
μπορώ να διαβαθμίσω
🔉
derecelendirilebilme
🔉
δυνατότητα να βαθμολογηθεί (η)
🔉
δυνατότητα να διαβαθμιστεί (η)
🔉
derecelendirilebilmek
🔉
μπορεί να βαθμολογηθεί
🔉
μπορεί να διαβαθμιστεί
🔉
derecelendirilme
🔉
βαθμολόγηση (η)
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelendirilmek
🔉
βαθμολογούμαι
🔉
διαβαθμίζομαι
🔉
derecelendirme
🔉
βαθμολόγηση (η)
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelendirmek
🔉
βαθμολογώ
🔉
διαβαθμίζω
🔉
dereceleniş
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelenme
🔉
διαβάθμιση (η)
🔉
derecelenmek
🔉
διαβαθμίζομαι
🔉
dereceli
🔉
βαθμολογημένος
🔉
διαβαθμισμένος
🔉
derecesiz
🔉
χωρίς βαθμό
🔉
αβαθμολόγητος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱