Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
derin 🔉  

βαθύς 🔉  
derin derin 🔉  

βαθιά βαθιά 🔉  
derin devlet 🔉  

παρακράτος (το) 🔉  
βαθύ κράτος (το) 🔉  
derin dondurucu 🔉  

καταψύκτης (ο) 🔉  
derin soğutma 🔉  

βαθιά ψύξη (η) 🔉  
derin soğutucu 🔉  

καταψύκτης (ο) 🔉  
derin uyku 🔉  

βαθύς ύπνος (ο) 🔉  
derince 🔉  

αρκετά βαθύς 🔉  
βαθουλός 🔉  
Derince 🔉  

Ντερίντζε (το) 🔉  
derinden 🔉  

βαθιά 🔉  
derinden derine 🔉  

από τα βάθη 🔉  
ολοένα βαθύτερα 🔉  
Derinkuyu 🔉  

Ντερίνκουγιου (το) 🔉  
derinlemesine 🔉  

σε βάθος 🔉  
διεξοδικά 🔉  
derinleşebilme 🔉  

δυνατότητα εμβάθυνσης (η) 🔉  
derinleşebilmek 🔉  

μπορώ να εμβαθύνω 🔉  
derinleşiverme 🔉  

αιφνίδια εμβάθυνση (η) 🔉  
derinleşivermek 🔉  

εμβαθύνω αμέσως 🔉  
derinleşme 🔉  

εμβάθυνση (η) 🔉  
derinleşmek 🔉  

βαθαίνω 🔉  
εμβαθύνω 🔉  
derinleştirebilme 🔉  

δυνατότητα εμβάθυνσης (η) 🔉  
derinleştirebilmek 🔉  

μπορώ να εμβαθύνω 🔉  
μπορώ να κάνω βαθύτερο 🔉  
derinleştirilebilme 🔉  

δυνατότητα να εμβαθυνθεί (η) 🔉  
δυνατότητα να γίνει βαθύτερο (η) 🔉  
derinleştirilebilmek 🔉  

μπορεί να εμβαθυνθεί 🔉  
μπορεί να γίνει βαθύτερο 🔉  
derinleştirilme 🔉  

εμβάθυνση (η) 🔉  
derinleştirilmek 🔉  

εμβαθύνομαι 🔉  
γίνομαι βαθύτερος 🔉  
derinleştirme 🔉  

εμβάθυνση (η) 🔉  
derinleştirmek 🔉  

εμβαθύνω 🔉  
βαθαίνω 🔉  
derinletme 🔉  

εμβάθυνση (η) 🔉  
derinletmek 🔉  

εμβαθύνω 🔉  
βαθαίνω 🔉  
derinliğine 🔉  

σε βάθος 🔉  
derinlik 🔉  

βάθος (το) 🔉  
derinlik kayaçları 🔉  

πετρώματα βάθους (τα) 🔉  
derinlik ölçümü 🔉  

μέτρηση βάθους (η) 🔉  
derinlikli 🔉  

με βάθος 🔉  
βαθύς 🔉  
derinlikölçer 🔉  

βυθόμετρο (το) 🔉  
derinliksiz 🔉  

χωρίς βάθος 🔉  
ρηχός 🔉  
derinti 🔉  

ρυτίδα (η) 🔉  
πτύχωση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱