Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dert 🔉  

έγνοια (η) 🔉  
στενοχώρια (η) 🔉  
βάσανο (το) 🔉  
dert babası 🔉  

παρηγορητής (ο) 🔉  
εξομολογητής (ο) 🔉  
dert küpü 🔉  

άνθρωπος γεμάτος βάσανα (ο) 🔉  
dert ortağı 🔉  

σύντροφος στις έγνοιες (ο) 🔉  
dert sahibi 🔉  

άνθρωπος με έγνοιες (ο) 🔉  
dertlenebilme 🔉  

δυνατότητα να στενοχωρηθεί (η) 🔉  
dertlenebilmek 🔉  

μπορώ να στενοχωρηθώ 🔉  
dertlenilme 🔉  

στενοχώρια (η) 🔉  
dertlenilmek 🔉  

στενοχωριέμαι 🔉  
dertleniş 🔉  

στενοχώρια (η) 🔉  
dertlenme 🔉  

στενοχώρια (η) 🔉  
dertlenmek 🔉  

στενοχωριέμαι 🔉  
βασανίζομαι 🔉  
dertleşebilme 🔉  

δυνατότητα να συζητηθούν οι έγνοιες (η) 🔉  
dertleşebilmek 🔉  

μπορώ να μοιραστώ τις έγνοιες μου 🔉  
dertleşiş 🔉  

συζήτηση έγνοιας (η) 🔉  
dertleşme 🔉  

συζήτηση έγνοιας (η) 🔉  
εξομολόγηση (η) 🔉  
dertleşmek 🔉  

συζητώ τις έγνοιες μου 🔉  
εξομολογούμαι 🔉  
dertli 🔉  

στενοχωρημένος 🔉  
βασανισμένος 🔉  
dertlilik 🔉  

στενοχώρια (η) 🔉  
βασανισμός (ο) 🔉  
dertop 🔉  

μπελάς (ο) 🔉  
βάσανο (το) 🔉  
dertsiz 🔉  

ανέμελος 🔉  
χωρίς έγνοιες 🔉  
dertsizlik 🔉  

ανεμελιά (η) 🔉  
απουσία έγνοιας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱