Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
destek 🔉  

στήριγμα (το) 🔉  
υποστήριξη (η) 🔉  
ενίσχυση (η) 🔉  
αντηρίδα (η) 🔉  
υποστύλωμα (το) 🔉  
destek doku 🔉  

συνδετικός ιστός (ο) 🔉  
destek oyun 🔉  

παιχνίδι υποστήριξης (το) 🔉  
destekçi 🔉  

υποστηρικτής (ο) 🔉  
αρωγός (ο) 🔉  
destekçilik 🔉  

υποστήριξη (η) 🔉  
υποστηρικτισμός (ο) 🔉  
destekleme 🔉  

υποστήριξη (η) 🔉  
ενίσχυση (η) 🔉  
destekleme alımı 🔉  

αγορά στήριξης (η) 🔉  
desteklemek 🔉  

υποστηρίζω 🔉  
στηρίζω 🔉  
ενισχύω 🔉  
desteklenebilme 🔉  

δυνατότητα υποστήριξης (η) 🔉  
desteklenebilmek 🔉  

δύναμαι να υποστηριχθώ 🔉  
destekleniş 🔉  

υποστήριξη (η) 🔉  
desteklenme 🔉  

υποστήριξη (η) 🔉  
desteklenmek 🔉  

υποστηρίζομαι 🔉  
στηρίζομαι 🔉  
ενισχύομαι 🔉  
destekleşme 🔉  

αλληλοϋποστήριξη (η) 🔉  
destekleşmek 🔉  

αλληλοϋποστηρίζομαι 🔉  
destekletme 🔉  

ανάθεση υποστήριξης (η) 🔉  
destekletmek 🔉  

αναθέτω να υποστηρίξουν 🔉  
προκαλώ να υποστηρίξουν 🔉  
destekleyebilme 🔉  

δυνατότητα υποστήριξης (η) 🔉  
destekleyebilmek 🔉  

δύναμαι να υποστηρίξω 🔉  
destekleyici 🔉  

υποστηρικτικός 🔉  
ενισχυτικός 🔉  
destekleyicilik 🔉  

υποστηρικτικότητα (η) 🔉  
ενισχυτικότητα (η) 🔉  
destekleyiş 🔉  

υποστήριξη (η) 🔉  
destekli 🔉  

υποστηριζόμενος 🔉  
ενισχυμένος 🔉  
destekli bütçe 🔉  

υποστηριζόμενος προϋπολογισμός (ο) 🔉  
desteklilik 🔉  

υποστηριζόμενη κατάσταση (η) 🔉  
ενισχυμένη κατάσταση (η) 🔉  
desteksiz 🔉  

χωρίς υποστήριξη 🔉  
αστήρικτος 🔉  
desteksizlik 🔉  

έλλειψη υποστήριξης (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱