Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
devlet
🔉
κράτος (το)
🔉
devlet adamı
🔉
κρατικός άνδρας (ο)
🔉
πολιτικός (ο)
🔉
devlet baba
🔉
πατερούλης-κράτος (το)
🔉
devlet bakanı
🔉
υπουργός Επικρατείας (ο)
🔉
devlet bankası
🔉
κρατική τράπεζα (η)
🔉
devlet başkanı
🔉
αρχηγός κράτους (ο)
🔉
devlet dili
🔉
κρατική γλώσσα (η)
🔉
επίσημη γλώσσα (η)
🔉
devlet düşkünü
🔉
κρατικοδίαιτος
🔉
devlet kapısı
🔉
δημόσια υπηρεσία (η)
🔉
κρατικός μηχανισμός (ο)
🔉
devlet kuşu
🔉
τύχη (η)
🔉
καλοτυχία (η)
🔉
devlet nişanı
🔉
κρατικό παράσημο (το)
🔉
devlet sanatçısı
🔉
κρατικός καλλιτέχνης (ο)
🔉
devlet sırrı
🔉
κρατικό μυστικό (το)
🔉
devlet tahvili
🔉
κρατικό ομόλογο (το)
🔉
devletçi
🔉
κρατιστής (ο)
🔉
κρατικιστής (ο)
🔉
devletçilik
🔉
κρατισμός (ο)
🔉
κρατικισμός (ο)
🔉
devlethane
🔉
κρατικό οίκημα (το)
🔉
devletle
🔉
με το κράτος
🔉
devletler arası
🔉
διακρατικός
🔉
διεθνής
🔉
devletleştirebilme
🔉
δυνατότητα κρατικοποίησης (η)
🔉
devletleştirebilmek
🔉
δύναμαι να κρατικοποιήσω
🔉
devletleştirilme
🔉
κρατικοποίηση (η)
🔉
devletleştirilmek
🔉
κρατικοποιούμαι
🔉
devletleştirme
🔉
κρατικοποίηση (η)
🔉
devletleştirmek
🔉
κρατικοποιώ
🔉
devletli
🔉
κρατικός
🔉
με κράτος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱