Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
diken 🔉  

αγκάθι (το) 🔉  
diken diken 🔉  

ανατριχιασμένος 🔉  
diken dutu 🔉  

αγριομουριά (η) 🔉  
dikence 🔉  

αγκαθάκι (το) 🔉  
dikencik 🔉  

αγκαθάκι (το) 🔉  
dikencikli 🔉  

αγκαθωτός 🔉  
dikenimsi 🔉  

αγκαθωτός 🔉  
dikenleşme 🔉  

αγκαθοποίηση (η) 🔉  
dikenleşmek 🔉  

αγκαθοποιούμαι 🔉  
dikenli 🔉  

αγκαθωτός 🔉  
dikenli balık 🔉  

αγκαθόψαρο (το) 🔉  
dikenli balıkgiller 🔉  

ακανθόψαρα (τα) 🔉  
dikenli meyan 🔉  

γλυκόριζα αγκαθωτή (η) 🔉  
dikenli salyangoz 🔉  

ακανθωτό σαλιγκάρι (το) 🔉  
dikenli tel 🔉  

συρματόπλεγμα (το) 🔉  
αγκαθωτό σύρμα (το) 🔉  
dikenli yol 🔉  

κακοτράχαλος δρόμος (ο) 🔉  
dikenli yüzgeçliler 🔉  

ακανθοπτέρυγα (τα) 🔉  
dikenlice 🔉  

αγκαθωτά 🔉  
dikenlik 🔉  

αγκαθιά (η) 🔉  
dikensi 🔉  

αγκαθωτός 🔉  
dikensi çıkıntı 🔉  

ακανθώδης απόφυση (η) 🔉  
dikensiz 🔉  

άκανος 🔉  
χωρίς αγκάθια 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱