Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dilim 🔉  

φέτα (η) 🔉  
τεμάχιο (το) 🔉  
γλωσσικό ιδίωμα (το) 🔉  
dilim dilim 🔉  

σε φέτες 🔉  
κομμάτι-κομμάτι 🔉  
dilimleme 🔉  

τεμαχισμός σε φέτες (ο) 🔉  
κοπή σε φέτες (η) 🔉  
dilimlemek 🔉  

κόβω σε φέτες 🔉  
τεμαχίζω 🔉  
dilimlenebilme 🔉  

δυνατότητα να κοπεί σε φέτες (η) 🔉  
dilimlenebilmek 🔉  

δύναμαι να κοπώ σε φέτες 🔉  
dilimleniş 🔉  

κοπή σε φέτες (η) 🔉  
dilimlenme 🔉  

κοπή σε φέτες (η) 🔉  
dilimlenmek 🔉  

κόβομαι σε φέτες 🔉  
dilimletme 🔉  

κοπή σε φέτες (η) 🔉  
dilimletmek 🔉  

βάζω να κόψουν σε φέτες 🔉  
dilimleyebilme 🔉  

δυνατότητα να κόψει σε φέτες (η) 🔉  
dilimleyebilmek 🔉  

δύναμαι να κόψω σε φέτες 🔉  
dilimleyiş 🔉  

κοπή σε φέτες (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱