Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dinç 🔉  

ζωηρός 🔉  
εύρωστος 🔉  
ακμαίος 🔉  
dince 🔉  

θρησκευτικώς 🔉  
dincelme 🔉  

αναζωογόνηση (η) 🔉  
τόνωση (η) 🔉  
dincelmek 🔉  

αναζωογονούμαι 🔉  
τονώνομαι 🔉  
dinceltme 🔉  

αναζωογόνηση (η) 🔉  
τόνωση (η) 🔉  
dinceltmek 🔉  

αναζωογονώ 🔉  
τονώνω 🔉  
dinci 🔉  

θρησκόληπτος (ο) 🔉  
θρησκευτικός φανατικός (ο) 🔉  
dincilik 🔉  

θρησκοληψία (η) 🔉  
θρησκευτικός φανατισμός (ο) 🔉  
dinçlenme 🔉  

αναζωογόνηση (η) 🔉  
τόνωση (η) 🔉  
dinçlenmek 🔉  

αναζωογονούμαι 🔉  
τονώνομαι 🔉  
dinçleşebilme 🔉  

δυνατότητα να αναζωογονηθεί (η) 🔉  
dinçleşebilmek 🔉  

δύναμαι να αναζωογονηθώ 🔉  
dinçleşme 🔉  

αναζωογόνηση (η) 🔉  
τόνωση (η) 🔉  
dinçleşmek 🔉  

αναζωογονούμαι 🔉  
τονώνομαι 🔉  
dinçleştirebilme 🔉  

δυνατότητα να αναζωογονήσει (η) 🔉  
dinçleştirebilmek 🔉  

δύναμαι να αναζωογονήσω 🔉  
dinçleştirme 🔉  

αναζωογόνηση (η) 🔉  
τόνωση (η) 🔉  
dinçleştirmek 🔉  

αναζωογονώ 🔉  
τονώνω 🔉  
dinçlik 🔉  

ευρωστία (η) 🔉  
ακμή (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱