Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
dip
🔉
πάτος (ο)
🔉
βυθός (ο)
🔉
πυθμένας (ο)
🔉
άκρο (το)
🔉
ρίζα (η)
🔉
dip ağı
🔉
βυθόδιχτυ (το)
🔉
δίχτυ βυθού (το)
🔉
dip balıkçılığı
🔉
αλιεία βυθού (η)
🔉
dip bucak
🔉
κάθε γωνιά (η)
🔉
άκρη (η)
🔉
dip dibe
🔉
πάτος με πάτο
🔉
πολύ κοντά
🔉
κολλητά
🔉
dip doruk
🔉
πάτος και κορυφή (η)
🔉
άκρα (τα)
🔉
dip koçanı
🔉
κοτσάνι (το)
🔉
μίσχος (ο)
🔉
dipçik
🔉
κοντάκι (το)
🔉
dipçikleme
🔉
χτύπημα με κοντάκι (το)
🔉
κοντακισμός (ο)
🔉
dipçiklemek
🔉
χτυπώ με το κοντάκι
🔉
κοντακίζω
🔉
dipçikleniş
🔉
κοντακισμός (ο)
🔉
dipçiklenme
🔉
κοντακισμός (ο)
🔉
dipçiklenmek
🔉
κοντακίζομαι
🔉
δέχομαι χτύπημα με κοντάκι
🔉
dipçikletme
🔉
πρόκληση κοντακισμού (η)
🔉
διαταγή κοντακισμού (η)
🔉
dipçikletmek
🔉
βάζω να κοντακίσουν
🔉
προκαλώ κοντακισμό
🔉
dipçikleyiş
🔉
κοντακισμός (ο)
🔉
dipçikli
🔉
με κοντάκι
🔉
dipdam
🔉
κατασκότεινος
🔉
πίσσα σκοτάδι
🔉
dipdinç
🔉
ολοζώντανος
🔉
ακμαίος
🔉
dipdiri
🔉
ολοζώντανος
🔉
ζωηρότατος
🔉
dipfriz
🔉
περμανάντ ρίζας (η)
🔉
diplarya
🔉
διπλαρία (η)
🔉
dipleme
🔉
βυθομέτρηση (η)
🔉
μέτρηση βάθους (η)
🔉
diplemek
🔉
μετρώ το βάθος
🔉
βυθομετρώ
🔉
dipli
🔉
με πάτο
🔉
με βυθό
🔉
diploit
🔉
διπλοΐτης (ο)
🔉
diploma
🔉
δίπλωμα (το)
🔉
diplomalı
🔉
διπλωματούχος
🔉
diplomalılık
🔉
ιδιότητα διπλωματούχου (η)
🔉
diplomasi
🔉
διπλωματία (η)
🔉
diplomasız
🔉
χωρίς δίπλωμα
🔉
μη διπλωματούχος
🔉
diplomasızlık
🔉
έλλειψη διπλώματος (η)
🔉
diplomat
🔉
διπλωμάτης (ο)
🔉
diplomatça
🔉
διπλωματικά
🔉
με διπλωματικό τρόπο
🔉
diplomatik
🔉
διπλωματικός
🔉
diplomatik dil
🔉
διπλωματική γλώσσα (η)
🔉
diplomatik yol
🔉
διπλωματική οδός (η)
🔉
diplomatlık
🔉
διπλωματικό επάγγελμα (το)
🔉
διπλωματική ιδιότητα (η)
🔉
dipnot
🔉
υποσημείωση (η)
🔉
dipsiz
🔉
αβυσσαλέος
🔉
απύθμενος
🔉
dipsiz doruksuz
🔉
απύθμενος και ακορύφωτος
🔉
dipsiz kuyu
🔉
απύθμενο πηγάδι (το)
🔉
dipsiz testi
🔉
απύθμενο πιθάρι (το)
🔉
dipsizlik
🔉
απυθμενότητα (η)
🔉
αβυσσαλεότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱