Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
direk
🔉
στύλος (ο)
🔉
κολόνα (η)
🔉
ιστός (ο)
🔉
πάσσαλος (ο)
🔉
direkçi
🔉
στύλος-εργάτης (ο)
🔉
πασσαλοποιός (ο)
🔉
direkçilik
🔉
πασσαλοποιία (η)
🔉
εργασία στύλων (η)
🔉
direkli
🔉
με στύλο
🔉
με κολόνες
🔉
direklik
🔉
στύλος (ο)
🔉
κολόνα (η)
🔉
direksiyon
🔉
τιμόνι (το)
🔉
διεύθυνση (η)
🔉
direksiz
🔉
χωρίς στύλο
🔉
χωρίς κολόνες
🔉
direkt
🔉
άμεσος
🔉
απευθείας
🔉
direktif
🔉
οδηγία (η)
🔉
ντιρεκτίβα (η)
🔉
direktör
🔉
διευθυντής (ο)
🔉
direktörlük
🔉
διεύθυνση (η)
🔉
διευθυντική θέση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱