Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dize 🔉  

στίχος (ο) 🔉  
dizebilme 🔉  

δυνατότητα να στοιχίσει/να βάλει σε σειρά (η) 🔉  
dizebilmek 🔉  

μπορώ να στοιχίσω 🔉  
μπορώ να βάλω σε σειρά 🔉  
dizek 🔉  

στίχος (ο) 🔉  
dizel 🔉  

ντίζελ (το) 🔉  
dizel motoru 🔉  

κινητήρας ντίζελ (ο) 🔉  
dizeleme 🔉  

στιχουργική διάταξη (η) 🔉  
dizelemek 🔉  

βάζω σε στίχους 🔉  
στιχουργώ 🔉  
dizeleşme 🔉  

μετατροπή σε στίχους (η) 🔉  
dizeleşmek 🔉  

μετατρέπομαι σε στίχους 🔉  
dizeleştirebilme 🔉  

δυνατότητα να μετατρέψει σε στίχους (η) 🔉  
dizeleştirebilmek 🔉  

μπορώ να μετατρέψω σε στίχους 🔉  
dizeleştirme 🔉  

μετατροπή σε στίχους (η) 🔉  
dizeleştirmek 🔉  

μετατρέπω σε στίχους 🔉  
dizelge 🔉  

πίνακας (ο) 🔉  
dizeli 🔉  

με στίχους 🔉  
dizelik 🔉  

στιχουργία (η) 🔉  
dizem 🔉  

ρυθμός (ο) 🔉  
dizemli 🔉  

ρυθμικός 🔉  
ρυθμική 🔉  
ρυθμικό 🔉  
dizemsiz 🔉  

άρρυθμος 🔉  
άρρυθμη 🔉  
άρρυθμο 🔉  
dizey 🔉  

στίχος (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱