Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dogma 🔉  

δόγμα (το) 🔉  
doğma 🔉  

έμφυτος 🔉  
έμφυτη 🔉  
έμφυτο 🔉  
doğma büyüme 🔉  

γέννημα θρέμμα 🔉  
doğmaca 🔉  

επινοημένος 🔉  
επινοημένη 🔉  
επινοημένο 🔉  
dogmacı 🔉  

δογματικός (ο) 🔉  
δογματική (η) 🔉  
dogmacılık 🔉  

δογματισμός (ο) 🔉  
doğmak 🔉  

γεννιέμαι 🔉  
dogmalaşma 🔉  

δογματοποίηση (η) 🔉  
dogmalaşmak 🔉  

δογματοποιούμαι 🔉  
dogmalaştırabilme 🔉  

δυνατότητα να δογματοποιήσει (η) 🔉  
dogmalaştırabilmek 🔉  

μπορώ να δογματοποιήσω 🔉  
dogmalaştırılabilme 🔉  

δυνατότητα να δογματοποιηθεί (η) 🔉  
dogmalaştırılabilmek 🔉  

μπορώ να δογματοποιηθώ 🔉  
dogmalaştırılma 🔉  

δογματοποίηση (η) 🔉  
dogmalaştırılmak 🔉  

δογματοποιούμαι 🔉  
dogmalaştırma 🔉  

δογματοποίηση (η) 🔉  
dogmalaştırmak 🔉  

δογματοποιώ 🔉  
dogmatik 🔉  

δογματικός 🔉  
δογματική 🔉  
δογματικό 🔉  
dogmatik felsefe 🔉  

δογματική φιλοσοφία (η) 🔉  
dogmatizm 🔉  

δογματισμός (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱