Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dolgu 🔉  

γέμισμα (το) 🔉  
πλήρωση (η) 🔉  
υλικό πλήρωσης (το) 🔉  
dolgu maddesi 🔉  

υλικό πλήρωσης (το) 🔉  
dolgulu 🔉  

γεμιστός 🔉  
με γέμισμα 🔉  
dolgun 🔉  

γεμάτος 🔉  
πληθωρικός 🔉  
dolgun maaş 🔉  

υψηλός μισθός (ο) 🔉  
dolgun ücret 🔉  

υψηλή αμοιβή (η) 🔉  
dolgunca 🔉  

αρκετά γεμάτος 🔉  
πληθωρικός 🔉  
dolgunlaşma 🔉  

πλήρωση (η) 🔉  
πάχυνση (η) 🔉  
dolgunlaşmak 🔉  

γεμίζω 🔉  
παχαίνω 🔉  
πληθαίνω 🔉  
dolgunlaştırma 🔉  

πλήρωση (η) 🔉  
πάχυνση (η) 🔉  
dolgunlaştırmak 🔉  

γεμίζω 🔉  
παχαίνω 🔉  
καθιστώ πληθωρικό 🔉  
dolgunluk 🔉  

πληρότητα (η) 🔉  
πληθωρικότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱