Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
dolu 🔉  

χαλάζι (το) 🔉  
γεμάτος 🔉  
dolu serpme 🔉  

χαλαζόπτωση (η) 🔉  
doludizgin 🔉  

καλπάζοντας 🔉  
με πλήρη ταχύτητα 🔉  
dolukma 🔉  

γέμισμα (το) 🔉  
dolukmak 🔉  

γεμίζω 🔉  
γεμίζομαι 🔉  
doluluk 🔉  

πληρότητα (η) 🔉  
dolum 🔉  

γέμισμα (το) 🔉  
πλήρωση (η) 🔉  
dolunay 🔉  

πανσέληνος (η) 🔉  
doluş 🔉  

γέμισμα (το) 🔉  
συνωστισμός (ο) 🔉  
doluşma 🔉  

συνωστισμός (ο) 🔉  
doluşmak 🔉  

συνωστίζομαι 🔉  
γεμίζω 🔉  
dolusu 🔉  

γεμάτος 🔉  
άφθονος 🔉  
dölüt 🔉  

έμβρυο (το) 🔉  
doluverme 🔉  

ξαφνικό γέμισμα (το) 🔉  
doluvermek 🔉  

γεμίζω ξαφνικά 🔉  
γεμίζομαι ξαφνικά 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱