Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
don
🔉
εσώρουχο (το)
🔉
σώβρακο (το)
🔉
παγετός (ο)
🔉
don gömlek
🔉
εσώρουχο (το)
🔉
σώβρακο (το)
🔉
don yağı
🔉
λίπος προβάτου (το)
🔉
πρόβειο λίπος (το)
🔉
donabilme
🔉
δυνατότητα παγώματος (η)
🔉
donabilmek
🔉
παγώνω
🔉
πήζω
🔉
donakalma
🔉
αποσβολωμάρα (η)
🔉
πάγωμα (το)
🔉
donakalmak
🔉
αποσβολώνομαι
🔉
μένω άναυδος
🔉
donam
🔉
πάγωμα (το)
🔉
donama
🔉
πάγωμα (το)
🔉
παγετός (ο)
🔉
donamak
🔉
παγώνω
🔉
πιάνω πάγο
🔉
donanabilme
🔉
δυνατότητα εξοπλισμού (η)
🔉
donanabilmek
🔉
εξοπλίζομαι
🔉
donanım
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
υλικοτεχνική υποδομή (η)
🔉
donanım kilidi
🔉
κλείδωμα υλικού (το)
🔉
donanış
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
τρόπος εξοπλισμού (ο)
🔉
donanma
🔉
ναυτικό (το)
🔉
στόλος (ο)
🔉
donanma gecesi
🔉
ναυτική εορτή (η)
🔉
βραδιά του στόλου (η)
🔉
donanma şenliği
🔉
ναυτική εορτή (η)
🔉
ναυτική γιορτή (η)
🔉
donanmak
🔉
εξοπλίζομαι
🔉
αρματώνομαι
🔉
στολίζομαι
🔉
donanmasız
🔉
ανεξόπλιστος
🔉
άοπλος
🔉
donanmasızlık
🔉
έλλειψη εξοπλισμού (η)
🔉
αοπλία (η)
🔉
donatabilme
🔉
δυνατότητα εξοπλισμού (η)
🔉
donatabilmek
🔉
δύναμαι να εξοπλίσω
🔉
μπορώ να εξοπλίσω
🔉
donatı
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
εξάρτυση (η)
🔉
επίπλωση (η)
🔉
donatılı
🔉
εξοπλισμένος
🔉
επιπλωμένος
🔉
donatılma
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
εξάρτυση (η)
🔉
επίπλωση (η)
🔉
donatılmak
🔉
εξοπλίζομαι
🔉
επιπλώνομαι
🔉
donatım
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
εφοδιασμός (ο)
🔉
donatımcı
🔉
προμηθευτής εξοπλισμού (ο)
🔉
εφοδιαστής (ο)
🔉
donatış
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
εφοδιασμός (ο)
🔉
donatısız
🔉
χωρίς εξοπλισμό
🔉
ανεξόπλιστος
🔉
donatma
🔉
εξοπλισμός (ο)
🔉
εφοδιασμός (ο)
🔉
donatmak
🔉
εξοπλίζω
🔉
εφοδιάζω
🔉
επιπλώνω
🔉
donattırma
🔉
ανάθεση εξοπλισμού (η)
🔉
donattırmak
🔉
αναθέτω να εξοπλίσουν
🔉
φροντίζω να εξοπλιστεί
🔉
donayazma
🔉
παραλίγο πάγωμα (το)
🔉
donayazmak
🔉
παραλίγο να παγώσω
🔉
dönbaba
🔉
ανεμοδείκτης (ο)
🔉
dondurabilme
🔉
δυνατότητα κατάψυξης (η)
🔉
dondurabilmek
🔉
δύναμαι να καταψύξω
🔉
μπορώ να παγώσω
🔉
donduraç
🔉
καταψύκτης (ο)
🔉
döndürebilme
🔉
δυνατότητα περιστροφής (η)
🔉
δυνατότητα αναστροφής (η)
🔉
döndürebilmek
🔉
δύναμαι να περιστρέψω
🔉
μπορώ να γυρίσω
🔉
dondurma
🔉
παγωτό (το)
🔉
κατάψυξη (η)
🔉
dondurmacı
🔉
παγωτατζής (ο)
🔉
dondurmacılık
🔉
παγωτατζίδικο (το)
🔉
παγωτοποιία (η)
🔉
dondurmak
🔉
καταψύχω
🔉
παγώνω
🔉
dondurmaz
🔉
αντιψυκτικός
🔉
που δεν παγώνει
🔉
döndürme
🔉
περιστροφή (η)
🔉
αναστροφή (η)
🔉
döndürmek
🔉
περιστρέφω
🔉
γυρίζω
🔉
στρέφω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱