Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
durma 🔉  

στάση (η) 🔉  
σταμάτημα (το) 🔉  
durmadan 🔉  

ασταμάτητα 🔉  
χωρίς παύση 🔉  
durmak 🔉  

στέκομαι 🔉  
σταματώ 🔉  
παύω 🔉  
durmaksızın 🔉  

αδιαλείπτως 🔉  
χωρίς διακοπή 🔉  
durmalı çıkış 🔉  

εκκίνηση με στάση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱