Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
duvak
🔉
πέπλο (το)
🔉
νυφικό πέπλο (το)
🔉
duvak düşkünü
🔉
μανιώδης με το νυφικό πέπλο
🔉
duvakçı
🔉
πεπλοποιός (ο)
🔉
κατασκευαστής πέπλων (ο)
🔉
duvakçılık
🔉
πεπλοποιία (η)
🔉
κατασκευή πέπλων (η)
🔉
duvaklama
🔉
κάλυψη με πέπλο (η)
🔉
πέπλωση (η)
🔉
duvaklamak
🔉
καλύπτω με πέπλο
🔉
πεπλώνω
🔉
duvaklanma
🔉
κάλυψη με πέπλο (η)
🔉
πέπλωση (η)
🔉
duvaklanmak
🔉
καλύπτομαι με πέπλο
🔉
πεπλώνομαι
🔉
duvaklı
🔉
με πέπλο
🔉
πεπλωμένος
🔉
duvaksız
🔉
χωρίς πέπλο
🔉
άπεπλος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱