Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
eşek
🔉
γάιδαρος (ο)
🔉
όνος (ο)
🔉
eşek arısı
🔉
σφήκα (η)
🔉
eşek cenneti
🔉
παράδεισος των γαϊδάρων (ο)
🔉
eşek davası
🔉
ανόητη διαμάχη (η)
🔉
eşek dikeni
🔉
γαϊδουράγκαθο (το)
🔉
eşek hıyarı
🔉
εκβάλλιο (το)
🔉
eşek inadı
🔉
γαϊδουρινό πείσμα (το)
🔉
eşek kafalı
🔉
γαϊδουροκέφαλος
🔉
eşek marulu
🔉
αγριομάρουλο (το)
🔉
eşek maydanozu
🔉
αγριομαϊντανός (ο)
🔉
eşek otu
🔉
αγριοχόρτο (το)
🔉
eşek şakası
🔉
χοντροκομμένο αστείο (το)
🔉
eşek sıpası
🔉
γαϊδουράκι (το)
🔉
eşekbaşı
🔉
κεφάλι γαϊδάρου (το)
🔉
eşekçe
🔉
σαν γάιδαρος
🔉
γαϊδουρινά
🔉
eşekçi
🔉
γαϊδουράς (ο)
🔉
eşekçilik
🔉
γαϊδουριά (η)
🔉
επάγγελμα γαϊδουρά (το)
🔉
eşekkulağı
🔉
γαϊδουροαυτί (το)
🔉
eşekleşme
🔉
εκγαϊδούριση (η)
🔉
eşekleşmek
🔉
γίνομαι γάιδαρος
🔉
εκγαϊδουρίζομαι
🔉
eşeklik
🔉
γαϊδουριά (η)
🔉
ανοησία (η)
🔉
eşekoğlueşek
🔉
γαϊδούρι γαϊδουριού (το)
🔉
eşeksi
🔉
γαϊδουρινός
🔉
eşeksırtı
🔉
γαϊδουροράχη (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱