Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ekmek
🔉
ψωμί (το)
🔉
ekmek
🔉
σπέρνω
🔉
ekmek ağacı
🔉
αρτόδεντρο (το)
🔉
ekmek ayvası
🔉
κυδώνι για ψωμί (το)
🔉
ekmek dolması
🔉
γέμιση με ψωμί (η)
🔉
ekmek düşmanı
🔉
εχθρός του ψωμιού (ο)
🔉
ekmek kadayıfı
🔉
κανταΐφι ψωμιού (το)
🔉
ekmek kapısı
🔉
πηγή βιοπορισμού (η)
🔉
ekmek kavgası
🔉
αγώνας για το ψωμί (ο)
🔉
βιοποριστικός αγώνας (ο)
🔉
ekmek kaygısı
🔉
έγνοια του βιοπορισμού (η)
🔉
ekmek kırıntısı
🔉
ψίχουλο (το)
🔉
ekmek küfü
🔉
μούχλα του ψωμιού (η)
🔉
ekmek mayası
🔉
μαγιά ψωμιού (η)
🔉
ekmek parası
🔉
χρήματα του βιοπορισμού (τα)
🔉
ekmek tahtası
🔉
ξύλο κοπής ψωμιού (το)
🔉
ekmek tatlısı
🔉
γλυκό με ψωμί (το)
🔉
ekmek ufağı
🔉
ψίχουλο (το)
🔉
ekmekçi
🔉
αρτοποιός (ο)
🔉
ekmekçilik
🔉
αρτοποιία (η)
🔉
ekmeklik
🔉
για ψωμί
🔉
αρτοποιήσιμος
🔉
ekmeksi
🔉
ψωμώδης
🔉
ψωμοειδής
🔉
ekmeksiz
🔉
χωρίς ψωμί
🔉
ekmeksizlik
🔉
έλλειψη ψωμιού (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱