Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
emniyet 🔉  

ασφάλεια (η) 🔉  
δημόσια τάξη (η) 🔉  
emniyet amiri 🔉  

διοικητής αστυνομίας (ο) 🔉  
emniyet düğmesi 🔉  

κουμπί ασφαλείας (το) 🔉  
emniyet durağı 🔉  

αστυνομικό τμήμα (το) 🔉  
emniyet kemeri 🔉  

ζώνη ασφαλείας (η) 🔉  
emniyet kilidi 🔉  

κλειδαριά ασφαλείας (η) 🔉  
emniyet pimi 🔉  

περόνη ασφαλείας (η) 🔉  
emniyet şeridi 🔉  

λωρίδα έκτακτης ανάγκης (η) 🔉  
emniyet supabı 🔉  

βαλβίδα ασφαλείας (η) 🔉  
emniyetli 🔉  

ασφαλής 🔉  
emniyetlilik 🔉  

ασφάλεια (η) 🔉  
emniyetsiz 🔉  

ανασφαλής 🔉  
emniyetsizlik 🔉  

ανασφάλεια (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱