Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
engel 🔉  

εμπόδιο (το) 🔉  
κώλυμα (το) 🔉  
engel balığı 🔉  

σαλάχι (το) 🔉  
engel sınavı 🔉  

δοκιμασία εμποδίων (η) 🔉  
engelleme 🔉  

παρεμπόδιση (η) 🔉  
παρεμπόδιση (η) 🔉  
αποτροπή (η) 🔉  
engellemek 🔉  

παρεμποδίζω 🔉  
εμποδίζω 🔉  
αποτρέπω 🔉  
engelleniş 🔉  

παρεμπόδιση (η) 🔉  
engellenme 🔉  

παρεμπόδιση (η) 🔉  
παρεμπόδιση (η) 🔉  
engellenmek 🔉  

παρεμποδίζομαι 🔉  
εμποδίζομαι 🔉  
engelletme 🔉  

παρεμπόδιση (η) 🔉  
engelletmek 🔉  

παρεμποδίζω 🔉  
εμποδίζω 🔉  
engelleyebilme 🔉  

δυνατότητα παρεμπόδισης (η) 🔉  
engelleyebilmek 🔉  

δύναμαι να παρεμποδίσω 🔉  
μπορώ να εμποδίσω 🔉  
engelleyici 🔉  

παρεμποδιστικός 🔉  
ανασταλτικός 🔉  
engelleyim 🔉  

παρεμπόδιση (η) 🔉  
engelleyiş 🔉  

παρεμπόδιση (η) 🔉  
engelli 🔉  

ανάπηρος 🔉  
άτομο με αναπηρία (το) 🔉  
engelli koşu 🔉  

αγώνας με εμπόδια (ο) 🔉  
engellilik 🔉  

αναπηρία (η) 🔉  
engelsiz 🔉  

χωρίς εμπόδια 🔉  
ανεμπόδιστος 🔉  
engelsizlik 🔉  

απουσία εμποδίων (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱