Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
er
🔉
στρατιώτης (ο)
🔉
οπλίτης (ο)
🔉
Er
🔉
Ερ (ο)
🔉
er bezi
🔉
όρχις (ο)
🔉
er ekmeği
🔉
ψωμί του στρατιώτη (το)
🔉
er geç
🔉
αργά ή γρήγορα
🔉
er kişi
🔉
άνδρας (ο)
🔉
πολεμιστής (ο)
🔉
er meydanı
🔉
πεδίο μάχης (το)
🔉
αρένα (η)
🔉
er suyu
🔉
σπέρμα (το)
🔉
eradikasyon
🔉
εκρίζωση (η)
🔉
εξάλειψη (η)
🔉
erat
🔉
εποχή (η)
🔉
Erbaa
🔉
Ερμπάα (η)
🔉
erbain
🔉
σαρανταήμερο (το)
🔉
erbap
🔉
γνώστης (ο)
🔉
ειδήμων (ο)
🔉
erbaş
🔉
υπαξιωματικός (ο)
🔉
erbaşlık
🔉
υπαξιωματικία (η)
🔉
erbin
🔉
έρβιο (το)
🔉
erbiyum
🔉
έρβιο (το)
🔉
erce
🔉
κατά το δυνατόν
🔉
όσο γίνεται
🔉
ercecik
🔉
όσο-όσο
🔉
κατά το δυνατόν
🔉
ercik
🔉
φυλλάδιο (το)
🔉
Erciş
🔉
Ερτζίς (το)
🔉
Erdek
🔉
Ερντέκ (το)
🔉
erdem
🔉
αρετή (η)
🔉
erdemli
🔉
ενάρετος
🔉
Erdemli
🔉
Ερντεμλί (το)
🔉
erdemlilik
🔉
αρετή (η)
🔉
ενάρετη στάση (η)
🔉
erdemsiz
🔉
ανήθικος
🔉
χωρίς αρετή
🔉
erdemsizlik
🔉
ανηθικότητα (η)
🔉
έλλειψη αρετής (η)
🔉
erden
🔉
από νωρίς
🔉
erdenlik
🔉
πρωιμότητα (η)
🔉
erdirebilme
🔉
δυνατότητα περάτωσης (η)
🔉
erdirebilmek
🔉
δύναμαι να περατώσω
🔉
μπορώ να ολοκληρώσω
🔉
erdirme
🔉
περάτωση (η)
🔉
ολοκλήρωση (η)
🔉
erdirmek
🔉
περατώνω
🔉
ολοκληρώνω
🔉
erdişi
🔉
ερμαφρόδιτος
🔉
erdişilik
🔉
ερμαφροδιτισμός (ο)
🔉
erebilme
🔉
δυνατότητα επίτευξης (η)
🔉
erebilmek
🔉
δύναμαι να φθάσω
🔉
μπορώ να επιτύχω
🔉
Ereğli
🔉
Ερεγλί (το)
🔉
erek
🔉
σκοπός (ο)
🔉
στόχος (ο)
🔉
erek bilimi
🔉
τελεολογία (η)
🔉
erek bilimsel
🔉
τελεολογικός
🔉
erekçi
🔉
τελεολογικός
🔉
erekçilik
🔉
τελεολογία (η)
🔉
ereklilik
🔉
σκοπιμότητα (η)
🔉
αναγκαιότητα (η)
🔉
ereksel
🔉
τελικός
🔉
σκοπικός
🔉
ereksel neden
🔉
τελική αιτία (η)
🔉
ereksellik
🔉
τελεολογικότητα (η)
🔉
ereksiyon
🔉
στύση (η)
🔉
eren
🔉
άγιος (ο)
🔉
μύστης (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱