Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
eski
🔉
παλαιός
🔉
αρχαίος
🔉
παλιός
🔉
Eski Çağ
🔉
Αρχαιότητα (η)
🔉
Αρχαία Εποχή (η)
🔉
Eski Dünya
🔉
Παλαιός Κόσμος (ο)
🔉
eski eserler
🔉
αρχαιότητες (οι)
🔉
αρχαία έργα (τα)
🔉
eski göz ağrısı
🔉
παλιός έρωτας (ο)
🔉
παλιά αγάπη (η)
🔉
eski kafalı
🔉
παλαιομοδίτης
🔉
οπισθοδρομικός
🔉
eski kafalılık
🔉
παλαιομοδιτισμός (ο)
🔉
οπισθοδρομικότητα (η)
🔉
eski kurt
🔉
παλιά καραβάνα (η)
🔉
παλιός λύκος (ο)
🔉
eski püskü
🔉
παλιόρουχα (τα)
🔉
παλιοπράγματα (τα)
🔉
παλιό και φθαρμένο
🔉
eski toprak
🔉
παλιός άνθρωπος (ο)
🔉
παλιά καραβάνα (η)
🔉
eski tüfek
🔉
παλιός αγωνιστής (ο)
🔉
παλιός γνώριμος (ο)
🔉
eski yazı
🔉
παλαιά γραφή (η)
🔉
οθωμανική γραφή (η)
🔉
eskice
🔉
κάπως παλιός
🔉
παλαιού τύπου
🔉
eskici
🔉
παλιατζής (ο)
🔉
έμπορος παλαιών (ο)
🔉
eskicilik
🔉
παλιατζίδικο επάγγελμα (το)
🔉
εμπορία παλαιών (η)
🔉
eskiden
🔉
παλαιότερα
🔉
άλλοτε
🔉
Eskil
🔉
Εσκίλ (το)
🔉
eskileşme
🔉
παλαίωση (η)
🔉
εκπαλαίωση (η)
🔉
eskileşmek
🔉
παλιώνω
🔉
παλαιώνομαι
🔉
eskilik
🔉
παλαιότητα (η)
🔉
eskime
🔉
φθορά (η)
🔉
παλαίωση (η)
🔉
eskimek
🔉
παλιώνω
🔉
φθείρομαι
🔉
Eskimo
🔉
Εσκιμώος (ο)
🔉
Εσκιμώα (η)
🔉
Eskimoca
🔉
εσκιμώικα (τα)
🔉
eskimsi
🔉
παλιομοδίτικος
🔉
κάπως παλιός
🔉
eşkin
🔉
ζωηρός
🔉
ορμητικός
🔉
eşkinci
🔉
ιππέας (ο)
🔉
eşkincilik
🔉
ιππασία (η)
🔉
eşkinli
🔉
ζωηρός
🔉
ορμητικός
🔉
eşkinsiz
🔉
άτονος
🔉
νωθρός
🔉
Eskipazar
🔉
Εσκίπαζαρ (το)
🔉
Eskişehir
🔉
Εσκισεχίρ (το)
🔉
Eskişehir taşı
🔉
μεερσάουμ (ο)
🔉
σεπιόλιθος (ο)
🔉
Eskişehirli
🔉
Εσκισεχιρλής (ο)
🔉
Εσκισεχιρλή (η)
🔉
Eskişehirlilik
🔉
καταγωγή από το Εσκισεχίρ (η)
🔉
εσκισεχιρλίδικη ταυτότητα (η)
🔉
eskitebilme
🔉
δυνατότητα να παλιώσει κανείς κάτι (η)
🔉
δυνατότητα να φθείρει κανείς (η)
🔉
eskitebilmek
🔉
δύναμαι να παλιώσω
🔉
δύναμαι να φθείρω
🔉
eskitilme
🔉
παλαίωση (η)
🔉
φθορά (η)
🔉
eskitilmek
🔉
παλαιώνομαι
🔉
φθείρομαι
🔉
eskitme
🔉
παλαίωση (η)
🔉
φθορά (η)
🔉
eskitmek
🔉
παλιώνω
🔉
φθείρω
🔉
εκπαλαιώνω
🔉
eskiyebilme
🔉
δυνατότητα να παλιώσει (η)
🔉
eskiyebilmek
🔉
δύναμαι να παλιώσω
🔉
δύναμαι να φθαρώ
🔉
eskiyiş
🔉
παλαίωση (η)
🔉
φθορά (η)
🔉
eskiz
🔉
σκίτσο (το)
🔉
προσχέδιο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱