Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
fırça
🔉
βούρτσα (η)
🔉
πινέλο (το)
🔉
fırçacı
🔉
βουρτσάς (ο)
🔉
πωλητής βουρτσών (ο)
🔉
fırçacılık
🔉
βουρτσοποιία (η)
🔉
εμπορία βουρτσών (η)
🔉
fırçalama
🔉
βούρτσισμα (το)
🔉
βούρτσισμα/καθάρισμα (το)
🔉
fırçalamak
🔉
βουρτσίζω
🔉
καθαρίζω με βούρτσα
🔉
fırçalanma
🔉
βούρτσισμα (το)
🔉
fırçalanmak
🔉
βουρτσίζομαι
🔉
fırçalatma
🔉
ανάθεση βουρτσίσματος (η)
🔉
fırçalatmak
🔉
βάζω να βουρτσίσουν
🔉
αναθέτω να βουρτσίσουν
🔉
fırçalayabilme
🔉
δυνατότητα βουρτσίσματος (η)
🔉
fırçalayabilmek
🔉
δύναμαι να βουρτσίσω
🔉
μπορώ να βουρτσίσω
🔉
fırçalayış
🔉
βούρτσισμα (το)
🔉
fırçalı
🔉
με βούρτσα
🔉
βουρτσιστός
🔉
fırçalık
🔉
θήκη βούρτσας (η)
🔉
βουρτσοθήκη (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱