Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
fayda
🔉
ωφέλεια (η)
🔉
όφελος (το)
🔉
faydacı
🔉
ωφελιμιστής (ο)
🔉
ωφελιμίστρια (η)
🔉
faydacılık
🔉
ωφελιμισμός (ο)
🔉
faydalanabilme
🔉
δυνατότητα ωφέλειας (η)
🔉
δυνατότητα αξιοποίησης (η)
🔉
faydalanabilmek
🔉
δύναμαι να ωφεληθώ
🔉
δύναμαι να αξιοποιήσω
🔉
faydalandırılma
🔉
παροχή ωφέλειας (η)
🔉
αξιοποίηση (η)
🔉
faydalandırılmak
🔉
ωφελούμαι
🔉
αξιοποιούμαι
🔉
faydalandırma
🔉
παροχή ωφέλειας (η)
🔉
αξιοποίηση (η)
🔉
faydalandırmak
🔉
ωφελώ
🔉
αξιοποιώ
🔉
faydalanılma
🔉
αξιοποίηση (η)
🔉
ωφέλεια (η)
🔉
faydalanılmak
🔉
αξιοποιούμαι
🔉
ωφελούμαι
🔉
faydalanış
🔉
αξιοποίηση (η)
🔉
ωφέληση (η)
🔉
faydalanma
🔉
αξιοποίηση (η)
🔉
ωφέληση (η)
🔉
faydalanmak
🔉
ωφελούμαι
🔉
αξιοποιώ
🔉
faydalı
🔉
ωφέλιμος
🔉
χρήσιμος
🔉
faydalılık
🔉
ωφελιμότητα (η)
🔉
χρησιμότητα (η)
🔉
faydasız
🔉
άχρηστος
🔉
ανωφελής
🔉
faydasızca
🔉
άσκοπα
🔉
ανωφελώς
🔉
faydasızlık
🔉
αχρηστία (η)
🔉
ανωφελία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱