Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
fiş
🔉
απόδειξη (η)
🔉
δελτίο (το)
🔉
φις (το)
🔉
fişe
🔉
φυσίγγιο (το)
🔉
fisebilillah
🔉
για τον Θεό
🔉
ανιδιοτελώς
🔉
fişek
🔉
φυσίγγιο (το)
🔉
κροτίδα (η)
🔉
fişekçi
🔉
πυροτεχνουργός (ο)
🔉
κατασκευαστής φυσιγγίων (ο)
🔉
fişekçilik
🔉
πυροτεχνουργία (η)
🔉
κατασκευή φυσιγγίων (η)
🔉
fişekhane
🔉
πυριτιδαποθήκη (η)
🔉
εργοστάσιο φυσιγγίων (το)
🔉
fişekli
🔉
με φυσίγγια
🔉
με κροτίδες
🔉
fişeklik
🔉
φυσιγγιοθήκη (η)
🔉
fişeklikli
🔉
με φυσιγγιοθήκη
🔉
fişeksiz
🔉
χωρίς φυσίγγια
🔉
χωρίς κροτίδες
🔉
fişka
🔉
εκτίναξη (η)
🔉
πιτσίλισμα (το)
🔉
fiskal
🔉
φορολογικός
🔉
fiske
🔉
σφαλιάρα (η)
🔉
χαστούκι (το)
🔉
fiskeleme
🔉
χαστούκισμα (το)
🔉
fiskelemek
🔉
χαστουκίζω
🔉
σφαλιαρίζω
🔉
fiskos
🔉
ψιθυριστή συνομιλία (η)
🔉
κουτσομπολιό (το)
🔉
fiskos masası
🔉
τραπεζάκι κουβέντας (το)
🔉
fiskos sehpası
🔉
τραπεζάκι σαλονιού (το)
🔉
fişleme
🔉
καταγραφή (η)
🔉
αρχειοθέτηση (η)
🔉
φακέλωμα (το)
🔉
fişlemek
🔉
καταγράφω
🔉
αρχειοθετώ
🔉
φακελώνω
🔉
fişlenme
🔉
καταγραφή (η)
🔉
αρχειοθέτηση (η)
🔉
φακέλωμα (το)
🔉
fişlenmek
🔉
καταγράφoμαι
🔉
αρχειοθετούμαι
🔉
φακελώνομαι
🔉
fişletme
🔉
καταχώριση (η)
🔉
αρχειοθέτηση (η)
🔉
fişletmek
🔉
καταχωρίζω
🔉
αρχειοθετώ
🔉
fişli
🔉
με φις
🔉
με απόδειξη
🔉
καταγεγραμμένος
🔉
fişlik
🔉
θήκη δελτίων (η)
🔉
καρτελοθήκη (η)
🔉
fişsiz
🔉
χωρίς φις
🔉
χωρίς απόδειξη
🔉
ακαταχώριστος
🔉
fissür
🔉
σχισμή (η)
🔉
ρωγμή (η)
🔉
ραγάδα (η)
🔉
fistan
🔉
φόρεμα (το)
🔉
fistanlı
🔉
με φόρεμα
🔉
φορεματού
🔉
fistanlık
🔉
ύφασμα για φόρεμα (το)
🔉
fistansız
🔉
χωρίς φόρεμα
🔉
fiştekleme
🔉
τρύπημα (το)
🔉
κέντημα (το)
🔉
fişteklemek
🔉
τρυπώ
🔉
κεντώ
🔉
fisto
🔉
φιστό (το)
🔉
δαντέλα (η)
🔉
fistolu
🔉
με φιστό
🔉
δαντελωτός
🔉
fistül
🔉
συρίγγιο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱