Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
form 🔉  

φόρμα (η) 🔉  
έντυπο (το) 🔉  
τύπος (ο) 🔉  
forma 🔉  

στολή (η) 🔉  
φανέλα (η) 🔉  
φόρμα (η) 🔉  
forma başlık 🔉  

κεφαλίδα εντύπου (η) 🔉  
formaldehit 🔉  

φορμαλδεΰδη (η) 🔉  
formalist 🔉  

φορμαλιστής (ο) 🔉  
φορμαλίστρια (η) 🔉  
formalite 🔉  

τυπικότητα (η) 🔉  
διατύπωση (η) 🔉  
formaliteci 🔉  

τυπολάτρης (ο) 🔉  
τυπολάτρισσα (η) 🔉  
formalitecilik 🔉  

τυπολατρία (η) 🔉  
formaliteli 🔉  

τυπικός 🔉  
τυποποιημένος 🔉  
formalitesiz 🔉  

άτυπος 🔉  
χωρίς τυπικότητες 🔉  
formalizm 🔉  

φορμαλισμός (ο) 🔉  
formalık 🔉  

κατάλληλος για στολή 🔉  
κατάλληλος για φόρμα 🔉  
formasyon 🔉  

διαμόρφωση (η) 🔉  
σχηματισμός (ο) 🔉  
κατάρτιση (η) 🔉  
format 🔉  

μορφοποίηση (η) 🔉  
φορμάτ (το) 🔉  
formatlama 🔉  

μορφοποίηση (η) 🔉  
formatlamak 🔉  

μορφοποιώ 🔉  
formatlatma 🔉  

μορφοποίηση (η) 🔉  
formatlatmak 🔉  

μορφοποιώ 🔉  
formatlı 🔉  

μορφοποιημένος 🔉  
formatör 🔉  

μορφοποιητής (ο) 🔉  
formatsız 🔉  

αμόρφωτος 🔉  
χωρίς μορφοποίηση 🔉  
formatsızlık 🔉  

έλλειψη μορφοποίησης (η) 🔉  
αμορφία (η) 🔉  
formel 🔉  

τυπικός 🔉  
επίσημος 🔉  
formel eğitim 🔉  

τυπική εκπαίδευση (η) 🔉  
formellik 🔉  

τυπικότητα (η) 🔉  
formen 🔉  

εργοδηγός (ο) 🔉  
formik asit 🔉  

μυρμηκικό οξύ (το) 🔉  
formika 🔉  

φορμάικα (η) 🔉  
formol 🔉  

φορμόλη (η) 🔉  
formül 🔉  

τύπος (ο) 🔉  
φόρμουλα (η) 🔉  
formülasyon 🔉  

διατύπωση (η) 🔉  
φορμουλάρισμα (το) 🔉  
formüle 🔉  

φόρμουλα (η) 🔉  
formüler 🔉  

τυποποιημένος 🔉  
φορμουλαϊκός 🔉  
formülleşme 🔉  

τυποποίηση (η) 🔉  
formülleşmek 🔉  

τυποποιούμαι 🔉  
formülleştirme 🔉  

τυποποίηση (η) 🔉  
formülleştirmek 🔉  

τυποποιώ 🔉  
formüllü 🔉  

με τύπο 🔉  
τυποποιημένος 🔉  
formülsüz 🔉  

χωρίς τύπο 🔉  
άτυπος 🔉  
formülsüzlük 🔉  

έλλειψη τύπου (η) 🔉  
ατυπία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱