Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
gömme 🔉  

εντοιχισμός (ο) 🔉  
ενσωμάτωση (η) 🔉  
gömme ayak 🔉  

εντοιχισμένο πόδι (το) 🔉  
gömme balkon 🔉  

εσοχικό μπαλκόνι (το) 🔉  
gömme banyo 🔉  

εντοιχισμένο λουτρό (το) 🔉  
gömme dolap 🔉  

εντοιχισμένη ντουλάπα (η) 🔉  
gömme kilit 🔉  

εντοιχισμένη κλειδαριά (η) 🔉  
gömmek 🔉  

θάβω 🔉  
ενταφιάζω 🔉  
εντοιχίζω 🔉  
χώνω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱