Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
görüş 🔉  

άποψη (η) 🔉  
γνώμη (η) 🔉  
συνάντηση (η) 🔉  
συνομιλία (η) 🔉  
görüş açısı 🔉  

οπτική γωνία (η) 🔉  
σκοπιά (η) 🔉  
görüş ayrılığı 🔉  

διαφωνία (η) 🔉  
διάσταση απόψεων (η) 🔉  
görüş birliği 🔉  

συμφωνία (η) 🔉  
σύμπτωση απόψεων (η) 🔉  
görüş sahibi 🔉  

γνώστης (ο) 🔉  
άνθρωπος με άποψη (ο) 🔉  
görüşebilme 🔉  

δυνατότητα συνάντησης (η) 🔉  
δυνατότητα συνομιλίας (η) 🔉  
görüşebilmek 🔉  

μπορώ να συναντηθώ 🔉  
μπορώ να συνομιλήσω 🔉  
görüşlü 🔉  

με άποψη 🔉  
διορατικός 🔉  
görüşlülük 🔉  

διορατικότητα (η) 🔉  
ευρύτητα πνεύματος (η) 🔉  
görüşme 🔉  

συνάντηση (η) 🔉  
συνομιλία (η) 🔉  
διαπραγμάτευση (η) 🔉  
görüşmeci 🔉  

διαπραγματευτής (ο) 🔉  
συνομιλητής (ο) 🔉  
görüşmecilik 🔉  

διαπραγμάτευση (η) 🔉  
μεσολάβηση (η) 🔉  
görüşmek 🔉  

συναντώμαι 🔉  
συνομιλώ 🔉  
διαπραγματεύομαι 🔉  
görüşsüz 🔉  

χωρίς άποψη 🔉  
κοντόφθαλμος 🔉  
görüşsüzlük 🔉  

κοντόφθαλμη στάση (η) 🔉  
έλλειψη κρίσης (η) 🔉  
görüştaş 🔉  

ομοϊδεάτης (ο) 🔉  
görüştürebilme 🔉  

δυνατότητα να φέρει σε συνάντηση (η) 🔉  
görüştürebilmek 🔉  

μπορώ να φέρω σε συνάντηση 🔉  
μπορώ να μεσολαβήσω για συνάντηση 🔉  
görüştürme 🔉  

μεσολάβηση για συνάντηση (η) 🔉  
διευθέτηση συνάντησης (η) 🔉  
görüştürmek 🔉  

φέρνω σε συνάντηση 🔉  
μεσολαβώ να συναντηθούν 🔉  
görüştürülme 🔉  

μεσολάβηση (η) 🔉  
διευθέτηση (η) 🔉  
görüştürülmek 🔉  

φέρομαι σε συνάντηση 🔉  
μεσολαβούμαι 🔉  
görüşülebilme 🔉  

δυνατότητα να συζητηθεί (η) 🔉  
δυνατότητα να εξετασθεί (η) 🔉  
görüşülebilmek 🔉  

μπορώ να συζητηθώ 🔉  
μπορώ να εξετασθώ 🔉  
görüşülme 🔉  

συζήτηση (η) 🔉  
εξέταση (η) 🔉  
görüşülmek 🔉  

συζητιέμαι 🔉  
εξετάζομαι 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱