Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
görev
🔉
καθήκον (το)
🔉
αποστολή (η)
🔉
υπηρεσία (η)
🔉
λειτουργία (η)
🔉
görev adamı
🔉
λειτουργός (ο)
🔉
άνθρωπος του καθήκοντος (ο)
🔉
görev kurbanı
🔉
θύμα του καθήκοντος (το)
🔉
θύμα υπηρεσίας (το)
🔉
görev şehidi
🔉
πεσών εν υπηρεσία (ο)
🔉
μάρτυρας καθήκοντος (ο)
🔉
görevcilik
🔉
υπηρεσιομανία (η)
🔉
τυπολατρία καθήκοντος (η)
🔉
görevdaş
🔉
συνάδελφος (ο)
🔉
ομότιμος (ο)
🔉
görevdaşlık
🔉
συναδελφικότητα (η)
🔉
ομοτιμία (η)
🔉
görevlendirebilme
🔉
δυνατότητα ανάθεσης (η)
🔉
δυνατότητα διορισμού (η)
🔉
görevlendirebilmek
🔉
μπορώ να αναθέσω
🔉
μπορώ να διορίσω
🔉
görevlendirilebilme
🔉
δυνατότητα να ανατεθεί (η)
🔉
δυνατότητα να διορισθεί (η)
🔉
görevlendirilebilmek
🔉
μπορώ να ανατεθώ
🔉
μπορώ να διορισθώ
🔉
görevlendirilme
🔉
ανάθεση (η)
🔉
διορισμός (ο)
🔉
görevlendirilmek
🔉
ανατίθεμαι
🔉
διορίζομαι
🔉
görevlendirme
🔉
ανάθεση (η)
🔉
διορισμός (ο)
🔉
görevlendirmek
🔉
αναθέτω
🔉
διορίζω
🔉
görevlenme
🔉
ανάληψη καθήκοντος (η)
🔉
görevlenmek
🔉
αναλαμβάνω καθήκον
🔉
αναλαμβάνω υπηρεσία
🔉
görevli
🔉
αρμόδιος
🔉
υπάλληλος (ο)
🔉
λειτουργός (ο)
🔉
görevlilik
🔉
ιδιότητα υπαλλήλου (η)
🔉
υπηρεσιακή ιδιότητα (η)
🔉
görevsel
🔉
λειτουργικός
🔉
görevsel dil bilimi
🔉
λειτουργική γλωσσολογία (η)
🔉
görevselcilik
🔉
λειτουργισμός (ο)
🔉
görevsiz
🔉
άνευ καθήκοντος
🔉
άεργος
🔉
görevsizlik
🔉
έλλειψη καθήκοντος (η)
🔉
αργία (η)
🔉
görevsizlik kararı
🔉
απόφαση αργίας (η)
🔉
απόφαση παύσης καθηκόντων (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱