Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
güçlendirebilme
🔉
δυνατότητα ενίσχυσης (η)
🔉
güçlendirebilmek
🔉
μπορώ να ενισχύσω
🔉
δύναμαι να ενδυναμώσω
🔉
güçlendirilme
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
ενδυνάμωση (η)
🔉
güçlendirilmek
🔉
ενισχύομαι
🔉
ενδυναμώνομαι
🔉
güçlendiriş
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
ενδυνάμωση (η)
🔉
güçlendirme
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
ενδυνάμωση (η)
🔉
güçlendirmek
🔉
ενισχύω
🔉
ενδυναμώνω
🔉
güçlenebilme
🔉
δυνατότητα ενδυνάμωσης (η)
🔉
güçlenebilmek
🔉
μπορώ να δυναμώσω
🔉
δύναμαι να ενισχυθώ
🔉
güçleniş
🔉
ενδυνάμωση (η)
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
güçlenme
🔉
ενδυνάμωση (η)
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
güçlenmek
🔉
δυναμώνω
🔉
ενισχύομαι
🔉
güçleşme
🔉
δυσκόλεμα (το)
🔉
επιδείνωση (η)
🔉
güçleşmek
🔉
δυσκολεύω
🔉
δυσκολεύομαι
🔉
güçleştirme
🔉
δυσκόλεμα (το)
🔉
δυσχέρανση (η)
🔉
güçleştirmek
🔉
δυσκολεύω
🔉
δυσχεραίνω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱