Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
güdü 🔉  

ένστικτο (το) 🔉  
παρόρμηση (η) 🔉  
gudubet 🔉  

κακάσχημος 🔉  
άσχημος 🔉  
αποκρουστικός 🔉  
gudubetlik 🔉  

ασχημία (η) 🔉  
αποκρουστικότητα (η) 🔉  
güdücü 🔉  

καθοδηγητής (ο) 🔉  
χειριστής (ο) 🔉  
güdücülük 🔉  

καθοδήγηση (η) 🔉  
χειραγώγηση (η) 🔉  
güdük 🔉  

κολοβός 🔉  
ακρωτηριασμένος 🔉  
ελλιπής 🔉  
güdükleşme 🔉  

εκφυλισμός (ο) 🔉  
συρρίκνωση (η) 🔉  
güdükleşmek 🔉  

εκφυλίζομαι 🔉  
συρρικνώνομαι 🔉  
güdüklük 🔉  

κολοβότητα (η) 🔉  
ελλειπτικότητα (η) 🔉  
Güdül 🔉  

Γκυντούλ (το) 🔉  
güdüleme 🔉  

παρακίνηση (η) 🔉  
υποκίνηση (η) 🔉  
güdülemek 🔉  

παρακινώ 🔉  
υποκινώ 🔉  
güdülenme 🔉  

παρακίνηση (η) 🔉  
υποκίνηση (η) 🔉  
güdülenmek 🔉  

παρακινούμαι 🔉  
υποκινούμαι 🔉  
güdülme 🔉  

καθοδήγηση (η) 🔉  
χειραγώγηση (η) 🔉  
güdülmek 🔉  

καθοδηγούμαι 🔉  
χειραγωγούμαι 🔉  
güdüm 🔉  

καθοδήγηση (η) 🔉  
έλεγχος (ο) 🔉  
πλοήγηση (η) 🔉  
güdüm bilimi 🔉  

κυβερνητική (η) 🔉  
güdümcü 🔉  

οπαδός της κυβερνητικής (ο) 🔉  
κυβερνητιστής (ο) 🔉  
güdümcülük 🔉  

κυβερνητισμός (ο) 🔉  
güdümleme 🔉  

καθοδήγηση (η) 🔉  
πλοήγηση (η) 🔉  
güdümlemek 🔉  

καθοδηγώ 🔉  
πλοηγώ 🔉  
güdümlü 🔉  

κατευθυνόμενος 🔉  
καθοδηγούμενος 🔉  
güdümlü sanat 🔉  

στρατευμένη τέχνη (η) 🔉  
güdümlülük 🔉  

κατευθυνόμενος χαρακτήρας (ο) 🔉  
καθοδηγούμενη φύση (η) 🔉  
güdümsüz 🔉  

μη κατευθυνόμενος 🔉  
ανεξάρτητος 🔉  
güdümsüzlük 🔉  

έλλειψη καθοδήγησης (η) 🔉  
ανεξαρτησία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱