Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
gül 🔉  

τριαντάφυλλο (το) 🔉  
ρόδο (το) 🔉  
gül böceği 🔉  

σκαθάρι των ρόδων (το) 🔉  
gül böreği 🔉  

μπουρέκι σε σχήμα ρόδου (το) 🔉  
gül kurusu 🔉  

ροδοκαφέ (το) 🔉  
ξερό ροζ (το) 🔉  
gül rengi 🔉  

ροδόχρωμα (το) 🔉  
ροζ (το) 🔉  
gül suyu 🔉  

ροδόνερο (το) 🔉  
gül yağcı 🔉  

παραγωγός ροδέλαιου (ο) 🔉  
έμπορος ροδέλαιου (ο) 🔉  
gül yağcılık 🔉  

παραγωγή ροδέλαιου (η) 🔉  
εμπορία ροδέλαιου (η) 🔉  
gül yağı 🔉  

ροδέλαιο (το) 🔉  
gülabdan 🔉  

ροδόνεροδοχείο (το) 🔉  
ροδοδόχη (η) 🔉  
Gülağaç 🔉  

Γκιουλαγάτς (το) 🔉  
gulaş 🔉  

γκούλας (το) 🔉  
gülbahar 🔉  

άνοιξη (η) 🔉  
gülbank 🔉  

θρησκευτική επίκληση (η) 🔉  
ύμνος (ο) 🔉  
gülbeşeker 🔉  

γλυκό τριαντάφυλλο (το) 🔉  
ροδόζαχαρη (η) 🔉  
gülcü 🔉  

ροδοκαλλιεργητής (ο) 🔉  
ροδοπώλης (ο) 🔉  
gülcülük 🔉  

ροδοκαλλιέργεια (η) 🔉  
εμπορία ρόδων (η) 🔉  
gulden 🔉  

γκούλντεν (το) 🔉  
güldeste 🔉  

ανθοδέσμη (η) 🔉  
μπουκέτο (το) 🔉  
güldür güldür 🔉  

ξεκαρδιστικά 🔉  
με τρανταχτά γέλια 🔉  
güldürebilme 🔉  

δυνατότητα να κάνω να γελάσει (η) 🔉  
güldürebilmek 🔉  

μπορώ να κάνω να γελάσει 🔉  
güldürme 🔉  

πρόκληση γέλιου (η) 🔉  
güldürmek 🔉  

κάνω να γελάσει 🔉  
διασκεδάζω 🔉  
güldürtme 🔉  

πρόκληση γέλιου (η) 🔉  
güldürtmek 🔉  

κάνω να γελάσει 🔉  
güldürü 🔉  

κωμωδία (η) 🔉  
κωμικό έργο (το) 🔉  
güldürücü 🔉  

κωμικός 🔉  
γελοιοποιός 🔉  
güldürücülük 🔉  

κωμικότητα (η) 🔉  
κωμική τέχνη (η) 🔉  
güldürüş 🔉  

γέλιο (το) 🔉  
πρόκληση γέλιου (η) 🔉  
güle güle 🔉  

αντίο 🔉  
στο καλό 🔉  
güle oynaya 🔉  

γελώντας και παίζοντας 🔉  
με κέφι 🔉  
gülebilme 🔉  

δυνατότητα να γελάσω (η) 🔉  
gülebilmek 🔉  

μπορώ να γελάσω 🔉  
güleç 🔉  

χαμογελαστός 🔉  
γελαστός 🔉  
gülecen 🔉  

χαμογελαστός 🔉  
γελαστός 🔉  
güleçlik 🔉  

ευθυμία (η) 🔉  
χαμογελαστότητα (η) 🔉  
güleğen 🔉  

γελαστός 🔉  
χαμογελαστός 🔉  
güler yüz 🔉  

χαμογελαστό πρόσωπο (το) 🔉  
güler yüzlü 🔉  

χαμογελαστός 🔉  
ευπρόσωπος 🔉  
güler yüzlülük 🔉  

ευγένεια (η) 🔉  
χαμογελαστότητα (η) 🔉  
gulet 🔉  

γκουλέτα (η) 🔉  
gülgiller 🔉  

ροδοειδή (τα) 🔉  
gulgule 🔉  

γουργούρισμα (το) 🔉  
γαργαλητό (το) 🔉  
gülgüli 🔉  

ροδόχρους 🔉  
ρόδινος 🔉  
gülgûn 🔉  

ροδόχρους 🔉  
ρόδινος 🔉  
gülhatmi 🔉  

δενδρομολόχα (η) 🔉  
ιβίσκος (ο) 🔉  
gülibrişim 🔉  

αλμπίζια (η) 🔉  
gülistan 🔉  

ροδόκηπος (ο) 🔉  
κήπος (ο) 🔉  
gülkurusu 🔉  

ροδοκαφέ (το) 🔉  
ξερό ροζ (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱