Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
gün 🔉  

ημέρα (η) 🔉  
μέρα (η) 🔉  
gün balı 🔉  

μέλι ημέρας (το) 🔉  
gün balığı 🔉  

ηλιόψαρο (το) 🔉  
gün batımı 🔉  

ηλιοβασίλεμα (το) 🔉  
δύση (η) 🔉  
gün batısı 🔉  

δύση (η) 🔉  
δυτικά (τα) 🔉  
gün boyu 🔉  

όλη μέρα 🔉  
gün çiçeği 🔉  

ηλίανθος (ο) 🔉  
ηλιοτρόπιο (το) 🔉  
gün dikilmesi 🔉  

ηλιοστάσιο (το) 🔉  
gün doğusu 🔉  

ανατολή (η) 🔉  
ανατολικά 🔉  
gün dönümü 🔉  

ηλιοστάσιο (το) 🔉  
gün durumu 🔉  

καιρός (ο) 🔉  
μετεωρολογική κατάσταση (η) 🔉  
gün gülü 🔉  

τριαντάφυλλο ημέρας (το) 🔉  
gün günden 🔉  

μέρα με τη μέρα 🔉  
gün ışığı 🔉  

φως της ημέρας (το) 🔉  
ηλιακό φως (το) 🔉  
gün merkezli 🔉  

ηλιοκεντρικός 🔉  
gün ortası 🔉  

μεσημέρι (το) 🔉  
gün tün eşitliği 🔉  

ισημερία (η) 🔉  
gün tutulması 🔉  

ηλιακή έκλειψη (η) 🔉  
gün yağmuru 🔉  

ημερήσια βροχή (η) 🔉  
gün yayı 🔉  

ημερήσιο τόξο (το) 🔉  
gün yeli 🔉  

ημερήσιος άνεμος (ο) 🔉  
günah 🔉  

αμαρτία (η) 🔉  
günah keçisi 🔉  

αποδιοπομπαίος τράγος (ο) 🔉  
günahkâr 🔉  

αμαρτωλός 🔉  
günahkârlık 🔉  

αμαρτωλότητα (η) 🔉  
günahlı 🔉  

αμαρτωλός 🔉  
günahlılık 🔉  

αμαρτωλότητα (η) 🔉  
günahsız 🔉  

αναμάρτητος 🔉  
αθώος 🔉  
günahsızca 🔉  

αναμάρτητα 🔉  
αθώα 🔉  
günahsızlık 🔉  

αναμαρτησία (η) 🔉  
αθωότητα (η) 🔉  
günâşık 🔉  

ερωτευμένος με την ημέρα 🔉  
günaşırı 🔉  

μέρα παρά μέρα 🔉  
ανά δύο ημέρες 🔉  
günaydın 🔉  

καλημέρα 🔉  
günbegün 🔉  

μέρα με τη μέρα 🔉  
καθημερινά 🔉  
günberi 🔉  

ανατολή (η) 🔉  
ανατολικά (τα) 🔉  
günce 🔉  

ημερολόγιο (το) 🔉  
χρονικό (το) 🔉  
güncek 🔉  

ημερολόγιο (το) 🔉  
χρονικό (το) 🔉  
güncel 🔉  

επίκαιρος 🔉  
τρέχων 🔉  
güncelik 🔉  

επικαιρότητα (η) 🔉  
güncelleme 🔉  

ενημέρωση (η) 🔉  
επικαιροποίηση (η) 🔉  
güncellemek 🔉  

ενημερώνω 🔉  
επικαιροποιώ 🔉  
güncelleniş 🔉  

επικαιροποίηση (η) 🔉  
ενημέρωση (η) 🔉  
güncellenme 🔉  

ενημέρωση (η) 🔉  
επικαιροποίηση (η) 🔉  
güncellenmek 🔉  

ενημερώνομαι 🔉  
επικαιροποιούμαι 🔉  
güncelleşme 🔉  

εκσυγχρονισμός (ο) 🔉  
επικαιροποίηση (η) 🔉  
güncelleşmek 🔉  

εκσυγχρονίζομαι 🔉  
επικαιροποιούμαι 🔉  
güncelleştirebilme 🔉  

δυνατότητα επικαιροποίησης (η) 🔉  
δυνατότητα ενημέρωσης (η) 🔉  
güncelleştirebilmek 🔉  

δύναμαι να επικαιροποιήσω 🔉  
δύναμαι να ενημερώσω 🔉  
güncelleştirme 🔉  

επικαιροποίηση (η) 🔉  
ενημέρωση (η) 🔉  
güncelleştirmek 🔉  

επικαιροποιώ 🔉  
ενημερώνω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱