Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
gür
🔉
πυκνός
🔉
πλούσιος
🔉
βροντερός
🔉
gurbet
🔉
ξενιτιά (η)
🔉
gurbet eli
🔉
ξένη χώρα (η)
🔉
ξενιτιά (η)
🔉
gurbetçi
🔉
ξενιτεμένος (ο)
🔉
μετανάστης (ο)
🔉
gurbetçilik
🔉
ξενιτιά (η)
🔉
μετανάστευση (η)
🔉
gurbetlik
🔉
ξενιτιά (η)
🔉
gurbetzede
🔉
ξενιτεμένος (ο)
🔉
εξόριστος (ο)
🔉
gürbüz
🔉
ρωμαλέος
🔉
εύρωστος
🔉
gürbüzleşme
🔉
ενδυνάμωση (η)
🔉
ρωμαίωση (η)
🔉
gürbüzleşmek
🔉
δυναμώνω
🔉
ρωμαίνω
🔉
gürbüzlük
🔉
ρωμαλεότητα (η)
🔉
ευρωστία (η)
🔉
Gürcü
🔉
Γεωργιανός (ο)
🔉
Γεωργιανή (η)
🔉
Gürcüce
🔉
γεωργιανά (τα)
🔉
güre
🔉
γυμναστήριο πάλης (το)
🔉
gürecilik
🔉
παλαιστική (η)
🔉
güreş
🔉
πάλη (η)
🔉
güreş mayosu
🔉
μαγιό πάλης (το)
🔉
güreş minderi
🔉
ταπί πάλης (το)
🔉
güreşçi
🔉
παλαιστής (ο)
🔉
güreşçi köprüsü
🔉
γέφυρα παλαιστή (η)
🔉
güreşçilik
🔉
παλαιστική (η)
🔉
güreşebilme
🔉
δυνατότητα πάλης (η)
🔉
güreşebilmek
🔉
δύναμαι να παλέψω
🔉
güreşilme
🔉
πάλη (η)
🔉
güreşilmek
🔉
παλεύομαι
🔉
güreşme
🔉
πάλη (η)
🔉
güreşmek
🔉
παλεύω
🔉
güreştirilme
🔉
εξαναγκασμός σε πάλη (ο)
🔉
güreştirilmek
🔉
εξαναγκάζομαι να παλέψω
🔉
güreştirme
🔉
εξαναγκασμός σε πάλη (ο)
🔉
güreştirmek
🔉
βάζω να παλέψει
🔉
αναγκάζω να παλέψει
🔉
gürgen
🔉
γαύρος (ο)
🔉
gürgengiller
🔉
βητουλίδες (οι)
🔉
Gürgentepe
🔉
Γκιουργκεντεπέ (τοπωνύμιο)
🔉
gurk
🔉
κλώσα (η)
🔉
gurklama
🔉
κλώσημα (το)
🔉
gurklamak
🔉
κλωσάω
🔉
gurlama
🔉
γουργούρισμα (το)
🔉
βούισμα (το)
🔉
gurlamak
🔉
γουργουρίζω
🔉
βουίζω
🔉
gürlek
🔉
βροντερός
🔉
ηχηρός
🔉
gürleme
🔉
βροντή (η)
🔉
βρόντημα (το)
🔉
gürlemek
🔉
βροντώ
🔉
βρυχώμαι
🔉
gürleşme
🔉
πύκνωση (η)
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
gürleşmek
🔉
πυκνώνω
🔉
δυναμώνω
🔉
gürleştirme
🔉
πύκνωση (η)
🔉
ενίσχυση (η)
🔉
gürleştirmek
🔉
πυκνώνω
🔉
ενισχύω
🔉
gürletme
🔉
βρόντημα (το)
🔉
κρότος (ο)
🔉
gürletmek
🔉
κάνω να βροντήξει
🔉
κροτώ
🔉
gürleyiş
🔉
βρόντημα (το)
🔉
βρυχηθμός (ο)
🔉
gürlük
🔉
πυκνότητα (η)
🔉
βροντερότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱