Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
güreş 🔉  

πάλη (η) 🔉  
güreş mayosu 🔉  

μαγιό πάλης (το) 🔉  
güreş minderi 🔉  

ταπί πάλης (το) 🔉  
güreşçi 🔉  

παλαιστής (ο) 🔉  
güreşçi köprüsü 🔉  

γέφυρα παλαιστή (η) 🔉  
güreşçilik 🔉  

παλαιστική (η) 🔉  
güreşebilme 🔉  

δυνατότητα πάλης (η) 🔉  
güreşebilmek 🔉  

δύναμαι να παλέψω 🔉  
güreşilme 🔉  

πάλη (η) 🔉  
güreşilmek 🔉  

παλεύομαι 🔉  
güreşme 🔉  

πάλη (η) 🔉  
güreşmek 🔉  

παλεύω 🔉  
güreştirilme 🔉  

εξαναγκασμός σε πάλη (ο) 🔉  
güreştirilmek 🔉  

εξαναγκάζομαι να παλέψω 🔉  
güreştirme 🔉  

εξαναγκασμός σε πάλη (ο) 🔉  
güreştirmek 🔉  

βάζω να παλέψει 🔉  
αναγκάζω να παλέψει 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱