Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
geçim
🔉
βιοπορισμός (ο)
🔉
διαβίωση (η)
🔉
geçim derdi
🔉
βιοποριστικό άγχος (το)
🔉
geçim dünyası
🔉
κόσμος του βιοπορισμού (ο)
🔉
geçim kapısı
🔉
πηγή βιοπορισμού (η)
🔉
geçim sıkıntısı
🔉
βιοποριστική δυσχέρεια (η)
🔉
geçim yolu
🔉
τρόπος βιοπορισμού (ο)
🔉
geçim zorluğu
🔉
δυσκολία βιοπορισμού (η)
🔉
geçimli
🔉
συμβιβαστικός
🔉
εύκολος στη συμβίωση
🔉
geçimlik
🔉
για τα προς το ζην
🔉
geçimlilik
🔉
συμβιβαστικότητα (η)
🔉
geçimsiz
🔉
ασυμβίβαστος
🔉
δύσκολος στη συμβίωση
🔉
geçimsizleşme
🔉
επιδείνωση της συμβίωσης (η)
🔉
geçimsizleşmek
🔉
καθίσταμαι ασυμβίβαστος
🔉
geçimsizlik
🔉
ασυμβατότητα (η)
🔉
κακή συμβίωση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱