Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
gelenek 🔉  

παράδοση (η) 🔉  
έθιμο (το) 🔉  
gelenekçi 🔉  

παραδοσιοκράτης (ο) 🔉  
παραδοσιακός 🔉  
gelenekçilik 🔉  

παραδοσιοκρατία (η) 🔉  
παραδοσιαρχία (η) 🔉  
gelenekleşme 🔉  

παγίωση ως παράδοση (η) 🔉  
παραδοσιοποίηση (η) 🔉  
gelenekleşmek 🔉  

παγιώνομαι ως παράδοση 🔉  
παραδοσιοποιούμαι 🔉  
gelenekleştirme 🔉  

παραδοσιοποίηση (η) 🔉  
καθιέρωση ως παράδοση (η) 🔉  
gelenekleştirmek 🔉  

παραδοσιοποιώ 🔉  
καθιερώνω ως παράδοση 🔉  
gelenekli 🔉  

παραδοσιακός 🔉  
με παράδοση 🔉  
geleneksel 🔉  

παραδοσιακός 🔉  
gelenekselleşme 🔉  

εκπαραδοσιασμός (ο) 🔉  
παραδοσιοποίηση (η) 🔉  
gelenekselleşmek 🔉  

εκπαραδοσιαζόμαι 🔉  
παραδοσιοποιούμαι 🔉  
geleneksellik 🔉  

παραδοσιακότητα (η) 🔉  
geleneksiz 🔉  

χωρίς παράδοση 🔉  
μη παραδοσιακός 🔉  
geleneksizlik 🔉  

έλλειψη παράδοσης (η) 🔉  
μη παραδοσιακότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱