Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
gelir 🔉  

εισόδημα (το) 🔉  
έσοδο (το) 🔉  
πρόσοδος (η) 🔉  
gelir dağılımı 🔉  

κατανομή εισοδήματος (η) 🔉  
gelir düzeyi 🔉  

επίπεδο εισοδήματος (το) 🔉  
gelir kaynağı 🔉  

πηγή εισοδήματος (η) 🔉  
gelir ortaklığı 🔉  

συμμετοχή στα έσοδα (η) 🔉  
συνεταιρισμός εσόδων (ο) 🔉  
gelir vergisi 🔉  

φόρος εισοδήματος (ο) 🔉  
gelirli 🔉  

εύπορος 🔉  
με εισόδημα 🔉  
gelirlilik 🔉  

εισοδηματικότητα (η) 🔉  
ευπορία (η) 🔉  
gelirsiz 🔉  

άπορος 🔉  
χωρίς εισόδημα 🔉  
gelirsizlik 🔉  

έλλειψη εισοδήματος (η) 🔉  
απορία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱