Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
genç 🔉  

νέος 🔉  
νεαρός 🔉  
Genç 🔉  

Γκεντς (ο) 🔉  
genç irisi 🔉  

νεαρός ίρις (ο) 🔉  
gencecik 🔉  

ολοκαίνουριος 🔉  
κατάλευκος 🔉  
πολύ νέος 🔉  
gencelme 🔉  

ανανέωση (η) 🔉  
νεανικοποίηση (η) 🔉  
gencelmek 🔉  

ανανεώνομαι 🔉  
νεανικοποιούμαι 🔉  
gençleşme 🔉  

νεανικοποίηση (η) 🔉  
ανανέωση (η) 🔉  
gençleşmek 🔉  

νεανικοποιούμαι 🔉  
ξανανιώνω 🔉  
gençleştirilme 🔉  

νεανικοποίηση (η) 🔉  
ανανέωση (η) 🔉  
gençleştirilmek 🔉  

νεανικοποιούμαι 🔉  
ανανεώνομαι 🔉  
gençleştirme 🔉  

νεανικοποίηση (η) 🔉  
ανανέωση (η) 🔉  
gençleştirmek 🔉  

νεανικοποιώ 🔉  
ανανεώνω 🔉  
ξανανιώνω 🔉  
gençlik 🔉  

νεότητα (η) 🔉  
νεολαία (η) 🔉  
gençten 🔉  

από νέος 🔉  
από νεαρή ηλικία 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱