Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
genel 🔉  

γενικός 🔉  
καθολικός 🔉  
genel af 🔉  

γενική αμνηστία (η) 🔉  
Genel Ağ 🔉  

Διαδίκτυο (το) 🔉  
genel başkan 🔉  

πρόεδρος (ο) 🔉  
γενικός πρόεδρος (ο) 🔉  
genel başkanlık 🔉  

προεδρία (η) 🔉  
γενική προεδρία (η) 🔉  
genel bütçe 🔉  

γενικός προϋπολογισμός (ο) 🔉  
genel coğrafya 🔉  

γενική γεωγραφία (η) 🔉  
genel dil bilimi 🔉  

γενική γλωσσολογία (η) 🔉  
genel gider 🔉  

γενικά έξοδα (τα) 🔉  
genel görünüm 🔉  

γενική εικόνα (η) 🔉  
γενική όψη (η) 🔉  
genel görünümlü 🔉  

με γενική όψη 🔉  
γενικής εικόνας 🔉  
genel görüşme 🔉  

γενική συζήτηση (η) 🔉  
genel grev 🔉  

γενική απεργία (η) 🔉  
genel kadın 🔉  

πόρνη (η) 🔉  
genel kurul 🔉  

γενική συνέλευση (η) 🔉  
genel kütüphane 🔉  

δημόσια βιβλιοθήκη (η) 🔉  
γενική βιβλιοθήκη (η) 🔉  
genel müdür 🔉  

γενικός διευθυντής (ο) 🔉  
genel müdürlük 🔉  

γενική διεύθυνση (η) 🔉  
genel ölçek 🔉  

γενική κλίμακα (η) 🔉  
genel sekreter 🔉  

γενικός γραμματέας (ο) 🔉  
genel sekreterlik 🔉  

γενική γραμματεία (η) 🔉  
genel uygunluk bildirimi 🔉  

δήλωση γενικής συμμόρφωσης (η) 🔉  
genel yazman 🔉  

γενικός γραμματέας (ο) 🔉  
genel yazmanlık 🔉  

γενική γραμματεία (η) 🔉  
genel yetenek 🔉  

γενική ικανότητα (η) 🔉  
genel zekâ 🔉  

γενική νοημοσύνη (η) 🔉  
genelci 🔉  

γενικιστής (ο) 🔉  
genelcilik 🔉  

γενικισμός (ο) 🔉  
geneleme 🔉  

γενίκευση (η) 🔉  
genelev 🔉  

οίκος ανοχής (ο) 🔉  
πορνείο (το) 🔉  
genelge 🔉  

εγκύκλιος (η) 🔉  
genelgeçer 🔉  

γενικώς αποδεκτός 🔉  
καθολικά ισχύων 🔉  
genelgeçerlik 🔉  

γενική ισχύς (η) 🔉  
καθολική εγκυρότητα (η) 🔉  
genelkurmay 🔉  

Γενικό Επιτελείο (το) 🔉  
genelleme 🔉  

γενίκευση (η) 🔉  
genellemek 🔉  

γενικεύω 🔉  
genellenme 🔉  

γενίκευση (η) 🔉  
genellenmek 🔉  

γενικεύομαι 🔉  
genelleşme 🔉  

γενίκευση (η) 🔉  
genelleşmek 🔉  

γενικεύομαι 🔉  
genelleştirebilme 🔉  

δυνατότητα γενίκευσης (η) 🔉  
genelleştirebilmek 🔉  

μπορώ να γενικεύσω 🔉  
genelleştirilme 🔉  

γενίκευση (η) 🔉  
genelleştirilmek 🔉  

γενικεύομαι 🔉  
genelleştirme 🔉  

γενίκευση (η) 🔉  
genelleştirmek 🔉  

γενικεύω 🔉  
genelleyebilme 🔉  

δυνατότητα γενίκευσης (η) 🔉  
genelleyebilmek 🔉  

μπορώ να γενικεύσω 🔉  
genellik 🔉  

γενικότητα (η) 🔉  
genellikle 🔉  

γενικώς 🔉  
συνήθως 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱