Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
gururlanabilme
🔉
δυνατότητα να υπερηφανεύεται (η)
🔉
gururlanabilmek
🔉
μπορώ να υπερηφανεύομαι
🔉
μπορώ να καμαρώνω
🔉
gururlandırma
🔉
υπερηφάνευση (η)
🔉
περηφάνιασμα (το)
🔉
gururlandırmak
🔉
υπερηφανεύω
🔉
κάνω υπερήφανο
🔉
περηφανεύω
🔉
gururlanış
🔉
υπερηφάνευση (η)
🔉
περηφάνιασμα (το)
🔉
gururlanma
🔉
υπερηφάνευση (η)
🔉
περηφάνιασμα (το)
🔉
gururlanmak
🔉
υπερηφανεύομαι
🔉
περηφανεύομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱