Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
hak 🔉  

δικαίωμα (το) 🔉  
δίκαιο (το) 🔉  
hak 🔉  

δικαίωμα (το) 🔉  
δίκαιο (το) 🔉  
hâk 🔉  

χώμα (το) 🔉  
γη (η) 🔉  
Hak 🔉  

Θεός (ο) 🔉  
Αλήθεια (η) 🔉  
Hak dini 🔉  

θρησκεία της αλήθειας (η) 🔉  
hak ediş 🔉  

δεδουλευμένο (το) 🔉  
δικαιούμενο ποσό (το) 🔉  
hak ihlali 🔉  

παραβίαση δικαιώματος (η) 🔉  
hak kısıtlaması 🔉  

περιορισμός δικαιώματος (ο) 🔉  
hak kuşu 🔉  

πουλί της αλήθειας (το) 🔉  
hak yolu 🔉  

οδός της αλήθειας (η) 🔉  
δίκαιος δρόμος (ο) 🔉  
hakan 🔉  

χαγάνος (ο) 🔉  
ηγεμόνας (ο) 🔉  
hakani senet 🔉  

αυτοκρατορικό έγγραφο (το) 🔉  
hakanlık 🔉  

χαγανάτο (το) 🔉  
ηγεμονία (η) 🔉  
hakaret 🔉  

προσβολή (η) 🔉  
ύβρις (η) 🔉  
hakaretamiz 🔉  

υβριστικός 🔉  
προσβλητικός 🔉  
Hakas 🔉  

Χακάς (ο) 🔉  
Hakasça 🔉  

χακασική γλώσσα (η) 🔉  
hakça 🔉  

δίκαιος 🔉  
εύλογος 🔉  
hakçası 🔉  

το δίκαιο είναι 🔉  
hakem 🔉  

διαιτητής (ο) 🔉  
κριτής (ο) 🔉  
hakem heyeti 🔉  

διαιτητικό συμβούλιο (το) 🔉  
hakem kararı 🔉  

διαιτητική απόφαση (η) 🔉  
hakemli 🔉  

με διαιτητή 🔉  
με κριτές 🔉  
hakemli dergi 🔉  

περιοδικό με κριτές (το) 🔉  
hakemlik 🔉  

διαιτησία (η) 🔉  
κριτική (η) 🔉  
hakeza 🔉  

ομοίως 🔉  
επίσης 🔉  
hâkî 🔉  

χακί 🔉  
hakikat 🔉  

αλήθεια (η) 🔉  
πραγματικότητα (η) 🔉  
hakikaten 🔉  

πράγματι 🔉  
αληθινά 🔉  
hakikatli 🔉  

αληθινός 🔉  
ειλικρινής 🔉  
hakikatlilik 🔉  

αληθοφάνεια (η) 🔉  
ειλικρίνεια (η) 🔉  
hakikatsiz 🔉  

ψευδής 🔉  
ανειλικρινής 🔉  
hakikatsizlik 🔉  

ψευτιά (η) 🔉  
ανειλικρίνεια (η) 🔉  
hakiki 🔉  

γνήσιος 🔉  
αληθινός 🔉  
hakikilik 🔉  

γνησιότητα (η) 🔉  
αυθεντικότητα (η) 🔉  
hakim 🔉  

κυρίαρχος 🔉  
επικρατών 🔉  
hâkim 🔉  

δικαστής (ο) 🔉  
hâkim rüzgâr 🔉  

επικρατών άνεμος (ο) 🔉  
hakimane 🔉  

κυριαρχικά 🔉  
δεσποτικά 🔉  
hâkimane 🔉  

δικαστικά 🔉  
ως δικαστής 🔉  
hâkimevi 🔉  

δικαστικό μέγαρο (το) 🔉  
hâkimiyet 🔉  

κυριαρχία (η) 🔉  
εξουσία (η) 🔉  
hâkimiyetimilliye 🔉  

εθνική κυριαρχία (η) 🔉  
hâkimlik 🔉  

δικαστικό λειτούργημα (το) 🔉  
δικαστική ιδιότητα (η) 🔉  
hakir 🔉  

ευτελής 🔉  
ταπεινός 🔉  
hakkâk 🔉  

χαράκτης (ο) 🔉  
γλύπτης σφραγίδων (ο) 🔉  
hakkâklik 🔉  

χαρακτική (η) 🔉  
χάραξη (η) 🔉  
hakkaniyet 🔉  

δικαιοσύνη (η) 🔉  
επιείκεια (η) 🔉  
Hakkâri 🔉  

Χακκάρι (το) 🔉  
Hakkârili 🔉  

από το Χακκάρι 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱