Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
hasta
🔉
άρρωστος
🔉
ασθενής
🔉
hasta bakıcı
🔉
νοσοκόμος (ο)
🔉
νοσοκόμα (η)
🔉
φροντιστής ασθενών (ο)
🔉
hasta bakıcılık
🔉
νοσηλευτική (η)
🔉
φροντίδα ασθενών (η)
🔉
hasta hakları
🔉
δικαιώματα ασθενών (τα)
🔉
hasta kâğıdı
🔉
ιατρική βεβαίωση (η)
🔉
χαρτί ασθενείας (το)
🔉
hastaca
🔉
αρρωστημένα
🔉
νοσηρά
🔉
hastalanabilme
🔉
δυνατότητα να αρρωστήσει (η)
🔉
hastalanabilmek
🔉
μπορώ να αρρωστήσω
🔉
hastalandırma
🔉
αρρώστηση (η)
🔉
πρόκληση ασθένειας (η)
🔉
hastalandırmak
🔉
αρρωσταίνω
🔉
προκαλώ ασθένεια
🔉
hastalanış
🔉
αρρώστηση (η)
🔉
hastalanma
🔉
αρρώστηση (η)
🔉
hastalanmak
🔉
αρρωσταίνω
🔉
hastalık
🔉
ασθένεια (η)
🔉
νόσος (η)
🔉
hastalık tablosu
🔉
κλινική εικόνα (η)
🔉
πίνακας νόσου (ο)
🔉
hastalıklı
🔉
ασθενικός
🔉
νοσηρός
🔉
με ασθένεια
🔉
hastalıklılık
🔉
νοσηρότητα (η)
🔉
ασθενικότητα (η)
🔉
hastane
🔉
νοσοκομείο (το)
🔉
hastane enfeksiyonu
🔉
νοσοκομειακή λοίμωξη (η)
🔉
hastane gemisi
🔉
νοσοκομειακό πλοίο (το)
🔉
hastanelik
🔉
ανάγκη νοσηλείας (η)
🔉
κατάσταση για νοσοκομείο (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱