Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
haz 🔉  

ηδονή (η) 🔉  
απόλαυση (η) 🔉  
haza 🔉  

ηδονή (η) 🔉  
απόλαυση (η) 🔉  
hazakat 🔉  

επιδεξιότητα (η) 🔉  
δεξιοτεχνία (η) 🔉  
hazakatli 🔉  

επιδέξιος 🔉  
δεξιοτέχνης 🔉  
hazan 🔉  

φθινόπωρο (το) 🔉  
hazandide 🔉  

φθινοπωρινός 🔉  
μελαγχολικός 🔉  
hazar 🔉  

ησυχία (η) 🔉  
γαλήνη (η) 🔉  
Hazar 🔉  

Κασπία (η) 🔉  
Hazarca 🔉  

χαζαρικά (τα) 🔉  
hazari 🔉  

ειρηνικός 🔉  
ήσυχος 🔉  
hazcı 🔉  

ηδονιστής (ο) 🔉  
hazcılık 🔉  

ηδονισμός (ο) 🔉  
hazfetme 🔉  

χώνεψη (η) 🔉  
πέψη (η) 🔉  
hazfetmek 🔉  

χωνεύω 🔉  
πέπτω 🔉  
hazin 🔉  

θλιβερός 🔉  
πένθιμος 🔉  
hazine 🔉  

θησαυρός (ο) 🔉  
δημόσιο ταμείο (το) 🔉  
hazine bonosu 🔉  

έντοκο γραμμάτιο (το) 🔉  
hazinedar 🔉  

ταμίας (ο) 🔉  
θησαυροφύλακας (ο) 🔉  
hazinedarlık 🔉  

ταμιεία (η) 🔉  
θησαυροφυλακή (η) 🔉  
hazinlik 🔉  

θλίψη (η) 🔉  
μελαγχολία (η) 🔉  
haziran 🔉  

Ιούνιος (ο) 🔉  
haziran böceği 🔉  

τζιτζίκι (το) 🔉  
σκαθάρι του Ιουνίου (το) 🔉  
hazire 🔉  

περίβολος τάφων (ο) 🔉  
νεκροταφειακός περίβολος (ο) 🔉  
hazık 🔉  

επιδέξιος 🔉  
ικανός 🔉  
hazım 🔉  

πέψη (η) 🔉  
χώνεψη (η) 🔉  
hazımlı 🔉  

εύπεπτος 🔉  
με καλή πέψη 🔉  
hazımlılık 🔉  

ευπεψία (η) 🔉  
hazımsız 🔉  

δυσκοίλιος 🔉  
δυσπεπτικός 🔉  
hazımsızca 🔉  

με δυσπεψία 🔉  
δυσπεπτικά 🔉  
hazımsızlık 🔉  

δυσπεψία (η) 🔉  
hazır 🔉  

έτοιμος 🔉  
πρόχειρος 🔉  
hazır beton 🔉  

έτοιμο σκυρόδεμα (το) 🔉  
hazır çorba 🔉  

έτοιμη σούπα (η) 🔉  
hazır değer 🔉  

παρούσα αξία (η) 🔉  
hazır giyim 🔉  

έτοιμο ένδυμα (το) 🔉  
prêt-à-porter (το) 🔉  
hazır kahve 🔉  

στιγμιαίος καφές (ο) 🔉  
hazır kıta 🔉  

στάση προσοχής (η) 🔉  
hazır mama 🔉  

έτοιμη τροφή (η) 🔉  
hazır ol duruşu 🔉  

στάση προσοχής (η) 🔉  
hazır para 🔉  

μετρητά (τα) 🔉  
ρευστό (το) 🔉  
hazır yemek 🔉  

έτοιμο φαγητό (το) 🔉  
hazır yiyici 🔉  

τζαμπατζής (ο) 🔉  
παρασιτικός (ο) 🔉  
hazır yiyicilik 🔉  

παρασιτισμός (ο) 🔉  
hazırcevap 🔉  

ετοιμόλογος 🔉  
hazırcevaplık 🔉  

ετοιμολογία (η) 🔉  
hazırcı 🔉  

έτοιμος-καταναλωτής 🔉  
ευκαιριακός 🔉  
hazırcılık 🔉  

ευκαιριασμός (ο) 🔉  
hazırlama 🔉  

προετοιμασία (η) 🔉  
παρασκευή (η) 🔉  
hazırlamak 🔉  

προετοιμάζω 🔉  
παρασκευάζω 🔉  
hazırlanabilme 🔉  

δυνατότητα προετοιμασίας (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱